Ὁ
Ἅγιος Σὲντ καταγόταν ἀπὸ εὐσεβὴ οἰκογένεια. Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα τρία
ἀδέλφια του ἀκολούθησαν τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἔγιναν μοναχοί. Σπούδασε
στὴ Μονὴ τοῦ Λίντισφαρν, ποὺ διηύθυνε ὁ Ἅγιος Ἀϊδανός.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν ἐκλήθηκε ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Πεάντα τῆς Μέρσια, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο στὸ βασίλειό του. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ καὶ στὸ βασίλειο τῆς ἀνατολικῆς Σαξωνίας.
Ὁ Ἅγιος βάπτισε χιλιάδες εἰδωλολάτρες, ἵδρυσε
ναοὺς καὶ μοναστήρια. Ἀργότερα ἐξελέγη Ἐπίσκοπος καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ
τὸν Ἅγιο Φιννιανό. Ἐπίσκοπος ἐξελέγη καὶ ὁ ἀδελφός του Τσάντ. Ὁ Ἅγιος
Σὲντ διακρινόταν γιὰ τὴν παρρησία, τὴν πνευματική του ἀνδρεία καὶ τὴν
αὐστηρότητα τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου. Κοιμήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 664 μ.Χ.,
ὅταν ἡ ἐπιδημία τῆς πανώλης θέρισε τὸν πληθυσμό.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν ἐκλήθηκε ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Πεάντα τῆς Μέρσια, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο στὸ βασίλειό του. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ καὶ στὸ βασίλειο τῆς ἀνατολικῆς Σαξωνίας.
