"Η Ελευθερία κοιτούσε γύρω της σαστισμένη. Νέοι, γέροι παιδιά από
κάθε γωνιά της πόλης ξεχύνονταν με ζητωκραυγές στους δρόμους της
Αθήνας κρατώντας στα χέρια ελληνικές σημαίες. Μια παρέα από αγόρια
και κορίτσια πιασμένα χέρι-χέρι προχωρούσαν προς το κέντρο της πόλης
τραγουδώντας τον Εθνικό ύμνο. Στο απέναντι καφενείο δύο γέροντες
τσούγκριζαν
τα ποτήρια τους λες και ήταν σε γλέντι. Πιο ’κει ένας πιτσιρίκος τρέχει
δεξιά κι αριστερά με μερικές εφημερίδες στο χέρι φωνάζοντας: «Έκτακτο
παράρτημααααα! Η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδααααα». Νέοι
στριμώχνονται στα τραμ για να φτάσουν στο Φρουραρχείο της Αθήνας κι από
εκεί στο μέτωπο.
−Μοιάζει με πανηγύρι! Πού πηγαίνουν όλοι αυτοί; ρωτάει
σα μαγεμένη η Ελευθερία.
−Μα στον σταθμό του τρένου για να φύγουν για το μέτωπο, φωνάζει η
σημαία. Έλα, πάμε κι εμείς! Κρατήσου γεράααααα!".