Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

.

.
Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.
Μέσα απ΄αυτές τις σελίδες που ακoλουθούν θέλω να μάθει όλος ο κόσμος για Τους Αγίους, τις Εκκλησιές και τα Μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Μπορείτε να μου στείλετε την Ιστορία του Ναού σας ή του Μοναστηρίου σας όπως και κάποιου τοπικού Αγίου/ας της περιοχής σας vnikolaos@in.gr

Και τώρα θα περάσουμε στο nikolaos921@yahoo.gr για περισσότερο χώρο.

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης
κάνετε κλικ στην φωτογραφία

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Βιογραφίες Μακαριστών Μητροπολιτών Φθιώτιδος Καλλινίκου και Αμβροσίου.


Βιογραφία τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Φθιώτιδος
κυροῦ Καλλινίκου Καστόρχη (1789-1877) 
συνταχθεῖσα ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου
Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ.κ. Νικολάου.

Ἀρχιθύτης Φθιώτιδος
καί Ἑλλάδος ἁπάσης ρήτωρ μέγας,
ὁ Καλλίνικος ὤφθη.
   Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδος Καλλίνικος Καστόρχης ἐγεννήθη στή Δημητσάνα τό ἔτος 1789 ὑπό γονέων εὐσεβῶν, οἱ ὁποῖοι μετέδωσαν τόν σπόρο τῆς ἀρετῆς στή ψυχήν αὐτοῦ. Τά πρῶτα γράμ­μα­τα ἔμαθε στήν Σχολή τῆς Δημητσάνας, ἡ ὁποία στά χρόνια τῆς δου­λείας πολλά προσέφερε στούς ὑποδούλους Ἕλληνες.

   Ἀποπερατώσας τίς σπουδές του ἐκεῖ ἐπιτυχῶς διορίσθηκε διδά­σκαλος στούς Γαργαλιάνους τῆς Τριφυλλίας καί κατόπιν στό Νησί τῆς Μεσση­νίας. Τότε συνεδέθη πνευματικά μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρού­σης Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τόν ἐχειροτόνησε διάκονον στήν Ἱ. Μονή Βουλκά­νου.
   Ἀργότερον ἀνεχώρησε διά τήν Σμύρνην μέ διακαῆ τόν πόθον νά φοι­τήσει εἰς τό περίφημον Φιλολογικόν Γυμνάσιον, τό ὁποῖο διηύθηνε ὁ πολυ­μαθής Κληρικός Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων.
    Φλεγό­με­νος ὑπό τῆς μαθήσεως μετέβη στίς Κυδωνίες, ὅπου ἤκουσε μαθήματα ἀπό τούς σοφούς διδασκάλους Γρηγόριο Σαράφη καί Θεόφιλο Καΐρη.
   Τό 1820 τόν προσεκάλεσε στήν Κωνσταντινούπολιν ὁ Οἰκουμε­νι­κός Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄, μετά τοῦ ὁποίου συνεδέετο μέ συγ­γέ­νειαν, διά νά τόν προτρέψει νά μεταβεῖ στήν Δημητσάνα καί νά διο­ρισθεῖ διδά­σκαλος ἐκεῖ. Εὑρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολιν ἐχει­ρο­τονήθη Pρε­σβύ­τερος ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀδριανουπόλεως Δω­ρο­θέ­ου Πρωΐου κατά σύστασιν τοῦ Πατριάρχου. Ὡς Πρεσβύ­τε­ρος μετέβη στή Χῖο διά νά σπουδάσει τήν ρητορικήν τέχνην πλησίον τοῦ διαπρε­ποῦς διδα­σκάλου Ἀρχιμανδρίτου Νεοφύτου Βάμβα.
    Κηρυχθείσης τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 μετά τοῦ διδασκάλου του μετέβη στήν Ὕδρα προτρέπων τούς προκρίτους εἰς τήν ἐξέγερσιν καί ἐπανάστασιν. Μετά τήν Ὕδρα μετέβη στίς Σπέτσες καί ἐν συνεχείᾳ στά Βέρβενα τῆς Ἀρκαδίας προτρέπων τούς τοπικούς ἄρχοντες καί τόν λαόν εἰς τήν ἐξέγερσιν.
   Φιλόπατρις καί ἔξοχος ρήτωρ ἐσαγήνευε τά πλήθη καί ἐνίσχυε τό ἐθνικόν φρόνημά τους. Εἶχε τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὡμιλοῦσε στίς καρδιές τῶν στρατιωτῶν μέ φωνή βροντώδη, ἐνθουσιάζων τούς στρα­τιῶ­τες, ὥστε νά καθιερωθεῖ ὡς ὁ ρήτωρ τῶν μαχομένων Ἑλλήνων καί τῶν στρατοπαίδων.
   Τό ἐνθουσιαστικό φρόνημά του ἐγοήτευσε τόν Γέρο τοῦ Μωριᾶ, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε ἰδιαίτερο Γραμματέα του. Ἕνεκα τῆς ἀπηχήσεως τῶν κηρυγμάτων του ἡ Πελοποννησιακή Γερουσία τόν διώρισε Ἱερο­κή­ρυκα τῆς Πελοποννήσου μέ ἐπίσημο ἔγγραφο, τό ὁποῖο ὑπέγραψε ὁ Μινίστωρ τῆς Θρησκείας Ἀνδρούσης Ἰωσήφ ἀπό τήν Κόρινθο, τό 1822.
  Εἰς τό προτρεπτικό πρός τούς κατοίκους τῆς Πελοποννήσου ἔγγραφόν του ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ ὀνομάζει τόν Καλλίνικο «ἄνδρα ἀρετῇ κεκοσμημένον, τό πιστόν τῆς ἀγωγῆς αὐτοῦ καί χρηστοηθείας μεθ᾿ ἑαυτοῦ φέροντα ἱκανόν διασαλπίσαι τήν ἱεράν τοῦ Εὐαγγελίου ἠθικήν...».
  Ἀργότερον διωρίσθη διδάσκαλος στήν Τρίπολιν, ὅπου διετέλεσε μέχρι τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Ἰμβραΐμ, ὅταν ἀνεχώρησε σχεδόν γυμνός διά τό Ναύπλιον. Εἰς τό Ναύπλιο διωρίσθηκε δεύτερος Γραμματεύς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μέ ὑπουργό τόν Ἐπίσκοπο Δαμαλῶν Ἰωνᾶ.
   Τό 1826 ἀπεστάλη ἀπό τόν στρατάρχη Θεόδωρον Κολοκοτρώνην στή Ζάκυνθο διά νά ὑποστηρίζει τόν ἀγῶνα ὑπό τῆς Ἀγγλίας. Ὁ Κολοκοτρώνης ἐκτιμῶν τόν διδάσκαλον Καστόρχην ἀνέθεσε σ᾿ αὐτόν τήν ἀνατροφήν τοῦ υἱοῦ του Κωνσταντίνου μετά τοῦ ὁποίου ἀναχώρησε εἰς τήν Κέρκυρα μέ σκοπόν νά φθάση στήν Ἐλβετία. Ἀναγκάσθηκε ὅμως νά ἐπιστρέψει στήν Πελοπόννησο, διότι ἐπληροφορήθη τήν κοίμηση του πατρός του καί τόν θάνατο στά πεδία τῶν μαχῶν τοῦ ἀδελφοῦ του Παναγιώτου.
 Τό 1829 διορίσθηκε ἀπό τόν Κυβερνήτην Ἰωάννην Καποδίστρια Γραμματεύς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπείας, τήν ὁποία ἀποτελοῦσε ὁ Τριπόλεως καί Ἀμυκλῶν Δανιήλ, ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ καί ὁ Ταλαντί­ου Νεόφυτος.
   Τότε διωρίσθηκε Σχολάρχης Τριπόλεως καί ἔπειτα τῶν Καλαμῶν, προσε­νε­γκών πολλάς ὑπηρεσίας στήν παιδεία τοῦ Γένους.
   Τό 1836 διωρίσθηκε Ἱεροκήρυξ Ἀττικῆς καί διετέλεσε μέχρι τοῦ 1852, ὅταν ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος.
   Ἰδιαιτέραν ἀξίαν ἔχει τό ἡμερολόγιό του, εἰς τό ὁποῖον κατέγραφε τά τῶν περιοδειῶν του στήν Ἀττική, Βοιωτία, Εὔβοια, Φθιώτιδα.
   Ἡ Πολιτεία καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀνέθεσαν κατά καιρούς εἰδικές ἀπο­στο­λές καταστολῆς ἐπαναστάσεων καί εἰρηνεύσεως τῶν περιοχῶν, διότι ὁ λόγος του καί ἡ ἐπιβολή του εἶχαν πάντοτε ἀποτελεσματικότητα.
   Τό 1834 ἀπεστάλη στή Μεσσηνία ἕνεκα τῆς στάσεως ὑπό τοῦ Ἰωάννου Κρίνζαλη.
   Τό 1840 ἀπεστάλη στήν Ἄνδρο δι΄ἐξέτασιν τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρχι­μανδρί­του Θεοφίλου Καῒρη, ὁ ὁποῖος ἐδίδασκε  τόν θεοσεβισμόν.
   Ἀπεστάλη στήν Εὔβοια διά τήν κατάπαυση τῆς στάσεως τοῦ στρα­τη­γοῦ Κριεζώτου κατά τῆς Κυβερνήσεως Ἰωάννου Κωλέττη. Μετά τήν ἐπιτυχία εἰρηνεύσεως τόν παρασημοφόρησε ἡ Κυβέρνηση μέ τόν «Χρυσοῦν Σταυρόν τοῦ Σωτῆρος».  
   Κυρίως ὅμως ἐργάσθηκε στή Λακωνία τό 1851, ὅπου ὁ Χρι­στο­­φό­ρος Πα­πουλάκος ἐξήγειρε τόν λαόν κατά τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως καί τοῦ Βασιλέως. Ὁ Καλλίνικος παρέμεινε πολύν χρόνον ἐκεῖ κηρύττων τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν καί εἰρηνεύων τόν λαόν.
   Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1852 ὁ Καλλίνικος, ὡς ὁ ἀξιώτερος τῶν Κλη­­ρι­κῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος καί τήν 3η Ὀκτω­βρί­ου εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ἐχει­ρο­το­­νήθη Ἐπίσκοπος ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Νεοφύτου, Σύρου Τήνου Δανιήλ, Κο­ρίν­θου Ἰωνᾶ, Καλαβρύτων καί Αἰγια­λείας Βαρθολομαίου καί Οἰτύλου Προκοπίου.
   Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος ἐργάσθηκε μετά ζήλου καί ἀφο­σιώσεως διδάσκων, περιοδεύων, οἰκοδομῶν τούς φιλοθρή­σκους Φθιῶτες καί παρέχων πᾶσαν ὑλικήν καί ἠθικήν βοήθειαν εἰς τούς πάσχοντας.
   Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἐδώρησεν πολλά βιβλία εἰς τήν γενέτειρά του καί εἰς τήν Ἀρχαιολογικήν Ἐταιρείαν Ἀθηνῶν ἐδώρησεν «τέσσαρας χαλκάς μορφάς μεθ᾿ ἑνός μέρους λαβῆς ἀγγείου ἤ ρόπτρου θύρας ἐπίσης χαλ­κοῦ, ἀρχαίας Ρωμαϊκῆς τέχνης ἀνασκαφέντα τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ κατά τήν ἐπαρχίαν Ἀταλάντης Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Κωνστα­ντί­νου».
   Τό ἔτος 1871, γέρων ἤδη, μετέβη στήν Ὀδησσό ὡς πρόεδρος Ἐπιτροπῆς διά τήν μεταφοράν στήν Ἀθήνα τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἱερομάρτυρος Γρη­γορίου τοῦ Ε΄, τά ὁποῖα ἐδέχθη ἡ Βουλή καί ἡ Ἱερά Σύνοδος μετά με­γάλης ἐπισημότητος καί ἀνεκφρά­στου ἐνθουσιασμοῦ.
   Εἰς τόν Μητρο­πο­­λιτικόν Ἱερόν Ναόν, ὅπου ἐνα­πετέθησαν, ἐξεφώνησε βαρυ­σή­μα­ντον λό­γον ὁ καλλιρρήμων Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου Τήνου Ἀλέξανδρος Λυ­κοῦρ­γος (+1882) ἀναπτύξας τά τρόπαια κατά γῆν καί θάλασσαν τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου μεγαλομάρτυς ἦταν ὁ Πατριάρχης Γρηγό­ριος ὁ Ε΄.
   Τά τελευταῖα χρόνια, λόγῳ γήρατος παραμένων στήν Ἀθήνα δέν ἔπαυσε τίς ὑπηρεσίες του καί τίς συμβουλές του νά προσφέ­ρει στήν Πολιτεία καί στήν Ἐκκλησία.
   Ὁ μέγας διδάσκαλος καί Ἱεροκήρυξ, Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώ­τι­δος Καλλίνικος Καστόρχης ἐκοιμήθη στήν Ἀθήνα τήν 13 Αὐ­γού­στου τοῦ 1877 σέ ἡλικία 88 ἐτῶν.
   Τήν ἑπομένη ἔγινε μεγαλοπρεπής ἡ κηδεία του μέ εἰδικό πρό­γραμμα, τό ὁποῖον ἐξέδωκε τό Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκ­κλη­σια­στικῶν.
   Στόν Μητροπολιτικό Ναό ἐξεφώνησε τόν ἐπι­κή­δειον ὁ Ἱερο­κή­ρυξ Ἀττικῆς Ἀρχιμ. Χριστοφόρος Στα­μα­τιά­δης (κατόπιν Ἀρχιε­πί­σκο­πος Χαλκίδος) καί εἰς τόν τόπον τῆς ταφῆς ὁ Βου­λευ­τής Ἀττι­κῆς Τιμολέων Φιλήμων, ἐξάραντες καί οἱ δύο τίς ἀρετές καί τήν προσφο­ρά του στό Ἔθνος καί στήν Ἐκκλησία.
   Λόγῳ δυσκολιῶν στήν μεταφορά τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιε­ρέ­ως στήν Λαμία, ἕδρα τῆς Μητροπόλεώς του, ἐτάφη εἰς τήν αὐλήν τῆς Μονῆς Πετράκη.
   Ὁ τάφος του ὑπῆρχε ἐκεῖ πλησίον τοῦ τάφου τοῦ Κωνστα­ντί­νου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων μέχρι τό 1972, ὅταν ἐπί Ἡγουμενείας τοῦ Ἐπισκόπου Εὐρίπου Βασι­λείου ἐπραγματοποιήθησαν ἔργα ἀνα­πλά­σε­ως στήν Μονή καί τά ὁστᾶ τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Φθιώτιδος Καλ­λινίκου Καστόρχη μεταφέρθηκαν στήν γενέτειρά του Δημητσάνα, εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Βαρβάρας ἀπ΄ ὅπου μέ τήν εὐγενικήν ἔγκρι­σιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητρο­πο­λί­του Γόρτυνος καί Μεγα­λο­πό­λεως κ. Ἱερεμίου μετεφέρθησαν ἐδῶ, διά νά παραμείνει ἐσαεί ὁ ποιμήν μετά τοῦ ποιμνίου του.
   Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Φθιώτιδος κυρός Καλλίνικος Καστόρ­χης, ὑπῆρξε Κληρικός, ὁ ὁποῖος διέπρεψεν καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἦτο λόγιος, ἱκανός Ἐκκλησιαστικός ρήτωρ, φιλόπατρις, αὐ­στη­ρός εἰς τά ἤθη, φιλάνθρωπος. Συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν μεγά­λων μορφῶν τοῦ Γένους καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες φιλο­πό­νως ἐκαλλιέργησαν τήν ψυχή τοῦ λαοῦ καί ἔσπειραν ἀφθόνως τόν σπόρον τῆς εὐσεβείας καί τῆς φιλογενείας.
Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.
+ Ὁ Φθιώτιδος ΝΙΚΟΛΑΟΣ
  
Bιογραφία Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ἀμβροσίου Νικολαῒδου.
Συνταχθεῖσα ὑπό τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Νεοφύτου Ραφαηλίδου Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, Δρ. Θεολογίας
   Ὁ Ἀμβρόσιος, κατὰ κόσμον Ἀριστοτέλης Νικολαΐδης, γεννήθηκε στὴν Προῦσα  τῆς Μ. Ἀσίας στὶς 15 Αὐγούστου 1882. Ἀπὸ πολὺ μικρὸς παρουσίαζε «…ὅλως χαρακτηριστικὴν ἀγάπην καὶ κλίσιν πρὸς τὰ γράμματα…». Περάτωσε «…τὰς ἡμιγυμνασιακὰς σπουδὰς»  στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Τὸ 1897 οἱ γονεῖς του Ἀθανάσιος  Νικολαΐδης καὶ Βασιλικὴ Φιλίππου φρόντισαν γιὰ τὴν ἐγγραφή του στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης,  ὅπου φοίτησε ἕξη χρόνια καὶ ἀποφοίτησε τὸν Αὔγουστο τοῦ 1903 «ἀριστεύων καθ᾽ ὅλα τὰ ἔτη». Εἶχε συμφοιτητὲς πολλοὺς ἱεράρχες, ἀνάμεσὰ τους σημειώνουμε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρύσανθο, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σιναίου Πορφύριο, τὸν Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ἰάκωβο καὶ τὸν Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Ἰωακείμ.
   Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του δίδαξε ὡς δάσκαλος στὸ σχολεῖο τῆς γενέτειράς του. Στὶς 29 Φεβρουαρίου τοῦ 1904 ὁ Προύσης Ναθαναὴλ τὸν χειροτόνησε διάκονο καὶ τοῦ ἒδωσε τὸ ὄνομα Ἀμβρόσιος. Τὰ ἔτη 1904-1905 ὑπηρέτησε ὡς ἀρχιδιάκονος τοῦ Νεοκαισαρείας Ἀμβροσίου καὶ τὴν περίοδο 1905-1906 ἀρχιδιάκονος τοῦ Κασσανδρείας Ἰωάννου. Τὰ χρόνια 1906 – 1909 διετέλεσε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια  πρωτοσύγκελλος τοῦ Βεροίας Ἀποστόλου. Τὸν Ἀπόστολο Βεροίας ἀκολούθησε τό 1909 στὶς Σέρρες, ὅπου αὐτὸς εἶχε μετατεθεῖ. Στὶς 17 Μαῒου 1911 ἐξελέγη Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν Ἀποστόλου μὲ τὸν τίτλο τῆς πάλαι διαλαμψάσης ἐπισκοπῆς Χριστουπόλεως. Ἡ χειροτονία του ἔγινε στὶς 5 Ἰουνίου 1911, στὸ Μητροπολιτικὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων τῆς πόλεως τῶν Σερρῶν «ὑπὸ τῶν Πανιερωτάτων Μητροπολιτῶν Σερρῶν κ. Ἀποστόλου, Δράμας Ἀγαθαγγέλου καὶ Γρεβενῶν Αἰμιλιανοῦ.  Tό 1914 ἐξελέγη Μητροπολίτης Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας. Μετὰ 18 χρόνια, τὸ 1932 μετετέθη στὴ Μητρόπολη Φθιώτιδος.
   Τὴν περίοδο ποὺ ὑπηρέτησε στὶς Μητροπόλεις Βεροίας καὶ Σερρῶν ἀνέπτυξε ἔντονη ἐθνικὴ δράση γιὰ τὴν διάσωση τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὴν χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τὴν διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας.  Ὅμως «…δὲν διέπρεψε μόνον ὡς Ἐθνικὸς ἀνήρ, διεκρίθη καὶ ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος διότι ἦταν κάτοχος τῆς Γαλλικῆς γλώσσης, τῆς Ἀγγλικῆς, τῆς Ρωσικῆς, τῆς Ἀραβικῆς καὶ Τουρκικῆς, βαθὺς γνώστης τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καὶ Φιλολογίας μὲ ἂρτια θεολογικὴ κατάρτιση, μὲ πραγματικὸ ἔρωτα πρὸς τὸ βιβλίον. Ἐμερίμνησε διὰ τὴν ἀνέγερση διδακτηρίων στη Βέροια, στίς Σέρρες καὶ τή Ναύπακτο.
  Τέσσερεις σταθμοὺς διακρίνει κανεὶς στὴν Ἐκκλησιαστική του πορεία. Ὁ πρῶτος στὴ Μητρόπολη Βεροίας μὲ τοὺς ἀγῶνες του ὡς πρωτοσυγκέλλου γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόρφωση τῶν ἑλληνοπαίδων, τὴν ὀργάνωση τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα στὴ λίμνη τῶν Γιαννιτσῶν καὶ τὴν ἀντίσταση στὴν προπαγάνδα τοῦ ἐκβουλγαρισμοῦ καὶ ἐκρουμανισμοὺ τῆς Μακεδονίας. Ὁ δεύτερος σταθμὸς η Μητρόπολη Σερρών,  ὅπου  ἡ μορφὴ τοῦ βοηθοῦ πλέον Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως Ἀμβροσίου γίνεται τὸ ἔμβημα τοῦ ἀγώνα ἐναντίον τοῦ ἐκβουλγαρισμοῦ τῆς πόλεως τῶν Σερρῶν καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Ὁ νεαρὸς βοηθὸς Ἐπίσκοπος καθίσταται ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς δικαιοσύνης ἔναντι τῶν ἀδικιῶν ποὺ ὑφίσταντο οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἀδικιῶν καὶ βιαιοπραγιῶν ποὺ ὑφίσταντο Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τοὺς Βούλγαρους ἀργότερα. Τὸ Νεοτουρκικὸ κομιτάτο ἀπεφάσισε τὸ θάνατό του καὶ ἔγιναν ἐναντίον τοῦ δύο ἀποτυχημένες δολοφονικὲς ἀπόπειρες.  Τρίτος σταθμὸς ἡ Μητρόπολις Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας στὸ χῶρο πλέον τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδος, ὅπου ἐργάζεται γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ 1921 ἀγόρασε τὸ κτίριο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Μεγάρου καὶ τὸ 1923, μετὰ τὴν ἀνακαίνισή του, ἐγκαταστάθηκε σ΄αὐτό. Παράλληλα στηρίζει τὸ ἀνακαινιστικὸ ἔργο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου καὶ τὶς ἀλλαγὲς ποὺ συντελοῦνται στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία. Τέταρτος τέλος σταθμὸς ἡ Μητρόπολις Φθιώτιδος, ὅπου οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας γίνονται πιὸ δυναμικὲς καὶ καλύπτουν ὅλο τὸ φάσμα τῆς ποιμαντικῆς δραστηριότητος τῆς Ἐκκλησίας. Το κατηχητικό και κηρυκτικό έργο αναδιοργανώνονται και η εν γένει διοίκηση της τοπικής Εκκλησίας τοποθετείται σε νέες βάσεις. Την περίοδο της κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Συνεργάζεται για την επιτυχία των σκοπών της Αντίστασης με ηγουμένους, ιερείς και μοναχούς. Αποτέλεσμα της αντιστασιακής αυτής δράσης του ήταν η με εντολή των Ιταλικών αρχών κατοχής εξορία του στην Αθήνα, απ΄όπου διηύθυνε την Μητρόπολή του δι΄εγκυκλίων και επιστολών.  
   Ὑπῆρξε πρότυπο Ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός μὲ κύρια χαρακτηριστικὰ τὴν πίστη, τὴν εὐσέβεια, τὴ μόρφωση, τὴν ἀκέραιη Ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, τὸ δεδοκιμασμένο θάρρος καὶ τὴν ἀγωνιστικότητα.
   Ὁ Μητροπολίτης Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος Νικολαῒδης ἀνεδείχθη σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς πλέον ἐκλεκτοὺς ἐπισκόπους τοῦ πρώτου ἡμίσεως τοῦ 20ου αἰῶνος. Ἡ φωτισμένη του σκέψη. Ἡ βαθειὰ καὶ διεισδυτικὴ γνώση τῆς ἑκάστοτε ἐκκλησιαστικῆς καὶ κοινωνικῆς πραγματικότητας ἔδιναν στὶς πράξεις καὶ τὶς ἐνέργειές του ἰδιαίτερο χαρακτήρα καὶ βάρος σὲ τρόπο ποὺ νὰ διαμορφώνουν τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας σὲ σοβαρὰ θέματα καὶ νὰ καθορίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ λατρευτικὴ ζωή. Ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ βαθειὰ πίστη του στὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦταν τὰ στοιχεῖα ποὺ καθοδηγοῦσαν πάντοτε τὴν ἐθνική του δράση καὶ τὸν ὅπλιζαν μὲ θάρρος καὶ ἐνεργητικότητα. Τὸ ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καὶ ἡ πίστη του στὴν ἀνάγκη  ἀνανέωσης καὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας τὸν φέρνουν μέτοχο καὶ μπροστάρη σ᾿ ὅλες τὶς σημαντικὲς ἀποφάσεις ἀνανέωσης, δραστηριοποίησης καὶ ἐκσυχρονισμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας.
  Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στὴν Ἀθήνα στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1958. Ἡ ἐξόδειος ἀκολουθία τοῦ ἐκλιπῶντος Ἱεράρχου ἐψάλη στὸ Μητροπολιτικὸ ναὸ Ἀθηνῶν στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1958. Τὸν ἐπικήδειο ἐξεφώνησε ὁ ἀρχιμ. Δαμασκηνὸς Παπαχρήστου, μετέπειτα Μητροπολίτης Φθιώτιδος.