Τὸ
εὐγενὲς και ὑπέροχο ἦθος του, ὁ ὑποδειγματικὸς ἀσκητικὸς βίος και ἡ
τεράστια θεολογικὴ κατάρτισή του συνετέλεσαν, ὥστε ταχέως νὰ ἀποκτήσει
μεγάλο κύρος καὶ φήμη, νὰ ἀναδειχθεῖ κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ
Πηλουσίου, νὰ καταστεῖ περίβλεπτος καὶ νὰ θεωρεῖται μοναδικὸς στὶς
ἑρμηνεῖες χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Κατὰ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ
συνῆλθε στὴν Ἔφεσο τὸ ἔτος 431 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου Β’ τοῦ
Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος ἀναφαίνεται μὲ μεγάλη ὑπόληψη καὶ
σπουδαῖο κύρος στὴν Ἐκκλησία. Ἔλεγχε μὲ παρρησία τοὺς ἁμαρτάνοντες,
ἐφώτιζε τοὺς πάντες μὲ τὸ θεῖο του λόγο, ἐνουθετοῦσε τοὺς ἄρχοντες,
ὑπεστήριζε τοὺς κλονιζόμενους καὶ ἦταν ἡ «μοῦσα τῆς ἡμετέρας αὐλῆς»,
ὅπως ἀποκαλοῦσε αὐτὸν ὁ ἱερὸς Φώτιος. Συνέγραψε δὲ ἀρκετὲς πραγματεῖες,
ὡς καὶ πλῆθος ἐπιστολῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώζονται πολλές, μὲ τὶς ὁποῖες
ἐνουθετοῦσε, συμβούλευε και συγχρόνως ἐξηγοῦσε τὶς θεῖες καὶ σωτήριες
Γραφές.
Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος ἐκοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 440 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίᾳ
κοσμούμενος, παντοδαπεῖ εὐκλεῶς, τοῖς λόγοις ἐκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν
Χριστοῦ, Ἰσίδωρε Ὅσιε· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, σεαυτὸν ἐκκαθάρας, πράξει
καὶ θεωρίᾳ, διαλάμπεις ἐν κόσμῳ· δι’ ὧν μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ
κρείττονα.
Κοντάκιο. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐωσφόρον
ἄλλον σε ἡ Ἐκκλησία, εὑραμένη ἔνδοξε, ταῖς τῶν σῶν λόγων ἀστραπαῖς,
λαμπρυνομένη κραυγάζει σοι· χαίροις παμμάκαρ θεόφρον Ἰσίδωρε.
Μεγαλυνάριον.
Ἔρωτι
σοφίας διαπρεπής, ἀποδεδειγμένος, καταλάμπεις πᾶσαν τὴν γῆν, ἐκ τοῦ
Πηλουσίου, τῶν λόγων τὰς ἀκτῖνας, ὥσπερ πυρσὸς ἐκπέμπων, Πάτερ Ἰσίδωρε.
