Την
Κυριακή 12 Ιουνίου το απόγευμα διοργανώθηκε στο πλαίσιο των
ΚΒ΄Παυλείων, στη Σχολή του Αριστοτέλη στη Μίεζα, Εσπερίδα για τους
κατηχητές και κυκλάρχες της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και
Καμπανίας με το τίτλο: «Ελληνισμός - Χριστιανισμός οι δύο πυλώνες της
ορθόδοξης κατήχησης».
Αρχικά
απηύθυνε χαιρετισμό ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και
Καμπανίας κ. Παντελεήμων. Εισηγητές ήταν η Δρ. Μαρία Συργιάννη, Σχολική
Σϋμβουλος Θεολόγων Ββαθμιας Εκπαίδευσης με θέμα: «Ελληνισμός -
Χριστιανισμός οι δύο πυλώνες της ορθόδοξης κατήχησης» και ο κ. Βασίλειος
Τσίγκος, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ με θέμα:«Η φσνέρωση του
ανθρώπου στο Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού».
Ακολούθησε γόνιμη συζήτηση επι των θεμάτων που τέθηκαν.
Την Εσπερίδα συντόνισε ο αρχιμ. Διονύσιος Ανθόπουλος, υπεύθυνος του Γραφείου Νεότητος
Η εναρκτήρια ομιλία του Σεβασμιωτάτου
Ἡ ἐπέτειος τῆς συμπληρώσεως 2400 ἐτῶν ἀπό τή γέννηση τοῦ μεγάλου Μακεδόνα φιλοσόφου Ἀριστοτέλη ὑπῆρξε, ὅπως γνωρίζετε, ἡ ἀφορμή νά ἀφιερώσουμε τά φετινά ΚΒ´ Παύλεια στή σχέση τοῦ ἀποστόλου Παύλου μέ τούς φιλοσόφους.
Τό γενικό αὐτό θέμα τῶν φετινῶν Παυλείων μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἐξετάσουμε σέ διαφόρους τομεῖς τή σχέση τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου μέ τήν ἑλληνική παράδοση. Μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά δοῦμε βαθύτερα αὐτή τή σχέση τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τόν χριστιανισμό πού στό πρόσωπο τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀποστόλου Παύλου πῆρε μία διάσταση μοναδική, καθώς ἐκεῖνος χάραξε πρῶτος τόν δρόμο στόν ὁποῖο βάδισαν στή συνέχεια οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί τόν ὁποῖο συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία μας μέχρι σήμερα.
«Ἑλληνισμός καί χριστιανισμός: οἱ δύο πυλῶνες τῆς ὀρθοδόξου κατηχήσεως», εἶναι τό θέμα τῆς φετινῆς Ἡμερίδος τῶν κατηχητῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, τό ὁποῖο ἐντάσσεται ἐπίσης στή γενικότερη θεματική τῶν φετινῶν Παυλείων καί θά μᾶς ἀπασχολήσει ἀπόψε.
Πῶς καί γιατί ἄραγε συνδυάζεται ὁ ἑλληνισμός μέ τόν χριστιανισμό στήν ὀρθόδοξη κατήχηση;
Ἄς προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα αὐτό μέ μία σύντομη ἀναδρομή στό παρελθόν.
Σέ μία ἐποχή ἐξαιρετικά δύσκολη καί ταραγμένη, σέ μία ἐποχή ἐξίσου δύσκολη μέ τή σημερινή, ὁ Μέγας Βασίλειος συνέγραψε μία πραγματεία ἀπευθυνόμενη πρός τούς νέους τῆς ἐποχῆς του ἡ ὁποία εἶχε ὡς θέμα πῶς θά μποροῦσαν νά ὠφεληθοῦν ἀπό τή μελέτη τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας: «Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων».
Ἦταν ἡ ἐποχή πού ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ φίλος καί συμμαθητής του στίς σπουδαῖες σχολές τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἔκαναν ἕνα διπλό ἀγώνα. Ἀπό τή μία διεκδικοῦσαν τό δικαίωμα τῶν χριστιανῶν νά μελετοῦν τούς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, νά σπουδάζουν τήν ἀρχαία ἑλληνική ρητορική καί φιλοσοφία, δικαίωμα πού ἀμφισβητοῦσαν ὁρισμένοι ἀπό τούς εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς μέ πρῶτο τόν ἐπίσης συμμαθητή τους αὐτοκράτορα Ἰουλιανό.
Ἀπό τήν ἄλλη προσπαθοῦσαν νά πείσουν τούς χριστιανούς ὅτι ἡ μελέτη τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κειμένων δέν σήμαινε ταύτιση μέ τή θρησκεία τῶν εἰδώλων στά ὁποῖα πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἀλλά ἀξιοποίηση τῶν καλῶν καί ὠφέλιμων στοιχείων πού αὐτά τά κείμενα περιέχουν γιά τή δική τους ὠφέλεια. Καί ὅπως, γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ μέλισσα παίρνει ἀπό κάθε ἄνθος αὐτό πού χρειάζεται γιά νά κάνει τό μέλι, ἔτσι καί οἱ νέοι ὀφείλουν νά ἐπιλέγουν ἀπό τήν ἀρχαία σοφία αὐτό πού τούς εἶναι ὠφέλιμο καί χρήσιμο.
Αὐτό ἔκανε καί ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος καί οἱ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί κατόρθωσαν νά ἐκκεντρίσουν τόν Ἑλληνισμό μέ τή χριστιανική διδασκαλία.
Ἐπέτυχαν νά ἀξιοποιήσουν τά χρήσιμα καί ὠφέλιμα στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας, γιά νά ἐκφράσουν μέ τά στοιχεῖα πού αὐτή τούς προσέφερε τίς ἀλήθειες τῆς εἰς Χριστόν πίστεως καί νά τή διαδώσουν μέ αὐτή τή μορφή στόν κόσμο.
Ἐπέτυχαν νά πείσουν ὅσους τούς ἀμφισβητοῦσαν αὐτό τό δικαίωμα ὅτι δέν χρειάζεται νά πιστεύεις στούς θεούς τῶν εἰδώλων γιά νά μελετᾶς τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη, οὔτε νά συμμερίζεσαι τίς δικές τους ἀπόψεις περί ψυχῆς ἤ περί τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτά ἔχεις τήν ἀποκεκαλυμμένη πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖς ὅμως νά τούς μελετᾶς γιά νά διδάσκεσαι ἀπό τόν τρόπο τῆς σκέψεως καί τῆς ἐκφράσεώς τους. Μπορεῖς νά τούς μελετᾶς γιά νά διδάσκεσαι ἀπό τά ἐπιχειρήματά τους καί νά τά χρησιμοποιεῖς γιά νά τεκμηριώνεις κατά τό ἀνθρώπινο καί τήν χριστιανική πίστη, ὥστε νά προσεγγίζεις καλύτερα τούς ἀνθρώπους πού θέλεις νά προσελκύσεις, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλώντας στόν Ἄρειο Πάγο πρός τούς Ἀθηναίους.
Ἡ συμφιλίωση αὐτή τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τόν χριστιανισμό τήν ὁποία ἐπέτυχαν οἱ μεγάλοι Καππαδόκες πατέρες ὁδήγησε στήν ἐπί αἰῶνες ἀγαστή τους συμπόρευση καί συναλληλία ἡ ὁποία ὄχι μόνο ἀπέδωσε τούς πολλούς καί θαυμάσιους καρπούς τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ σέ ὅλες του τίς ἐκφάνσεις, ἀλλά ἀποτέλεσε καί τά θεμέλια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ καί γενικότερα τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ἐπί τοῦ ὁποίου στηρίχθηκε ἡ ἀνάπτυξη καί ἡ πρόοδος τῆς ἀνθρωπότητος.
Καί ὅμως παρά τήν τεράστια αὐτή προσφορά του, στίς ἡμέρες μας τό ἐπίτευγμα αὐτό τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ, βάλλεται καί συκοφαντεῖται. Ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἀξία τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, βάλλεται καί συκοφαντεῖται ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη.
Ἡ προσπάθεια διαχωρισμοῦ τῶν δύο αὐτῶν πυλώνων τοῦ Γένους καί τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἐπίμονη ἀλλά καί ἐπικίνδυνη, γιατί ἀπειλεῖ τά ἴδια τά θεμέλια τῆς ἱστορικῆς καί πνευματικῆς ὑποστάσεώς μας. Εἶναι ἄδικη ἔναντι ὅλων αὐτῶν πού ἐργάσθηκαν καί συνέβαλαν σέ αὐτή τήν ἀγαστή συμπόρευση καί εἰς τούς ὁποίους ὀφείλουμε τά μέγιστα.
Γιά ἐμᾶς, βεβαίως, πού ἀναγνωρίζουμε τήν ἀξία τῶν πραγμάτων· γιά ἐμᾶς πού πιστεύουμε στά ἀγαθά τῆς συμπορεύσεως τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τόν χριστιανισμό αἰῶνες τώρα, εἶναι ἀδύνατο νά τούς διαχωρίσουμε. Εἶναι ἀδύνατο νά θεωρήσουμε τόν ἑλληνισμό ἀνεξάρτητα ἀπό τόν χριστιανισμό.
Ἔχουμε ὅμως καί ἕνα χρέος ἔναντι τῶν νέων καί τῶν παιδιῶν μας πού ζοῦν σέ μία δύσκολη ἐποχή, ὅπου τά πάντα ἀμφισβητοῦνται καί τά πάντα κλονίζονται. Ἔχουμε χρέος νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ δύο πυλῶνες τοῦ κατηχητικοῦ μας ἔργου, οἱ δύο πυλῶνες τῆς ὀρθοδόξου κατηχήσεως εἶναι ὁ ἑλληνισμός καί ὁ χριστιανισμός.
Καί ἐάν γιά ὅλο τόν κόσμο εἶναι ἀδιαμφισβήτητη ἡ προσφορά τοῦ ἑλληνισμοῦ στόν χριστιανισμό καί τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνισμό, γιά ἐμᾶς τούς Ἕλληνες ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπό τήν ἐθνική μας ὑπόσταση· καί ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀλληλένδετη μέ τήν πορεία τοῦ Γένους μας.
Αὐτό, βεβαίως, δέν σχετίζεται μέ ὁποιαδήποτε ἐθνική ἀντίληψη γιά τήν Ἐκκλησία ἤ τήν πίστη μας πού εἶναι ὑπεράνω ἐθνικῶν ταυτοτήτων καί διαχωρισμῶν κατά τή διακήρυξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἡ ὁποία ἀντανακλᾶ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ νά κηρυχθεῖ τό εὐαγγέλιό του σέ ὅλο τόν κόσμο, χωρίς διακρίσεις καί χωρίς διαχωρισμούς.
Γιά ἐμᾶς ὅμως τούς Ἕλληνες ἀποτελεῖ τιμή καί καύχημα τό γεγονός ὅτι ἡ γλώσσα μας ἔγινε τό ὄχημα τοῦ Εὐαγγελίου στόν κόσμο. Εἶναι τιμή καί καύχημα ὅτι προσφέραμε στήν Ἐκκλησία μας χιλιάδες ἁγίους, μάρτυρες, ἱεράρχες, ὁσίους καί θεοφόρους πατέρες. Εἶναι εὐλογία ὅτι στήν ἱστορική μας διαδρομή ἀνά τούς αἰῶνες ζήσαμε τήν παρουσία καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων του.
Καί αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς συναλληλίας ἑλληνισμοῦ καί χριστιανισμοῦ ἔχουμε χρέος νά μεταδώσουμε καί μέσω τῆς κατηχήσεως, μέσω τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου καί στά παιδιά τῶν κατηχητικῶν μας. Καί ἔχουμε χρέος καί νά τήν ὑπερασπισθοῦμε ἀπό ὅσους τήν ἀμφισβητοῦν ἤ καί βάλλουν ἐναντίον, ἤ ἀμφισβητοῦν καί βάλλουν κατά τοῦ ἑνός ἀπό τούς δύο αὐτούς πυλῶνες. Διότι ἡ ὀρθόδοξη κατήχηση δέν εἶναι θεωρία εἶναι ζωή, καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ καθημερινότητά της, εἶναι ἡ λειτουργική της ζωή, εἶναι οἱ πατέρες της, εἶναι οἱ ἅγιοί της. Καί ὅλα αὐτά ἔχουν σχέση μέ τόν Ἑλληνισμό. Γιατί τά ἑλληνικά εἶναι ἡ γλώσσα τῶν Εὐαγγελίων μας. Τά ἑλληνικά εἶναι ἡ γλώσσα τῆς θείας Λειτουργίας καί τῆς ὑμνογραφίας μας πού μᾶς μεταδίδει τίς πνευματικές ἐμπειρίες τῶν θεοπνεύστων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί εἶναι ἀνάγκη νά τά κατανοοῦμε γιά νά αἰσθανόμαστε καί νά νιώθουμε ὅλα αὐτά πού αἰσθανόταν καί ἐξέφραζαν μέσω αὐτῶν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν εἶναι ὅμως μόνο ἡ γλώσσα πού καθιστᾶ τόν Ἑλληνισμό πυλώνα τῆς ὀρθοδόξου κατηχήσεως. Εἶναι καί ἡ ἱστορία τοῦ Γένους μας μέσα στήν ὁποία, ὅπως ἤδη εἶπα, εἶναι φανερή ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι φανερή ἡ παρουσία καί ἡ προστασία τῆς Παναγίας μας καί τῶν ἁγίων μας.
Καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν πιστεύουμε σέ ἕνα Θεό ἀπρόσωπο, ἀλλά σέ ἕνα Θεό Πατέρα πού ἐνδιαφέρεται καί μεριμνᾶ γιά τά παιδιά του καί γιά τίς ἀνάγκες τους, πού ἀκούει τίς προσευχές τους καί ἐπεμβαίνει γιά νά τά προστατεύσει καί νά τά σώσει. Καί ὅπως βλέπουμε τόν Ἰησοῦ νά ἐπεμβαίνει γιά νά σώσει τούς μαθητές του, ὅταν κινδυνεύει τό πλοῖο τους νά βυθισθεῖ, ἔτσι τόν βλέπουμε νά ἐπεμβαίνει σωστικά καί προστατευτικά ἐπανειλημμένα στήν ἱστορία τοῦ Γένους μας. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν Παναγία μας καί μέ τούς ἁγίους προστάτες τῶν πόλεών μας, πού πολλές φορές ἔσωσαν τούς κατοίκους τους ἀπό ποικίλους κινδύνους καί συμφορές.
Καί ἐάν ἡ ζωή τῶν ἁγίων, ὅπως λέμε, εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ζωή τῶν ἁγίων, οἱ ἅγιοί μας πολλές φορές συνέδεσαν τή ζωή τους καί μέ τήν πορεία τοῦ Γένους μας, συνέδεσαν τή ζωή τους ἀδιάρρηκτα μέ τόν Ἑλληνισμό.
Γιατί πῶς μπορεῖ νά διαχωρίσει κανείς τόν Χριστιανισμό ἀπό τόν Ἑλληνισμό στή ζωή καί τό ἔργο τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, στή ζωή καί τό ἔργο τῶν ἰσαποστόλων ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου τῶν Θεσσαλονικέων, στή ζωή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γρηγορίου τοῦ Ε´, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀρσενίου, ἐπισκόπου Βεροίας, ἀλλά καί τῶν πολυαρίθμων ἁγίων νεομαρτύρων τῆς Ναούσης καί ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων νεομαρτύρων πού μαρτύρησαν γιά νά μήν ἀρνηθοῦν οὔτε τήν πίστη στόν Χριστό οὔτε τήν ἐθνική τους ταυτότητα.
Ἡ ὀρθόδοξη κατήχηση ἔχει βεβαίως καί τόν δεύτερο, αὐτονόητο, πυλώνα της, τόν Χριστιανισμό. Δέν χρειάζεται νά ἀναπτύξω τί σημαίνει αὐτό, γιατί εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει κατήχηση χωρίς τό πραγματικό καί οὐσιαστικό της ἀντικείμενο. Καί στήν κατήχηση, ὅπως καί στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, «κηρύσσωμεν», ὅπως γράφει καί ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος, «Χριστόν ἐσταυρωμένον».
Αὐτό εἶναι κάτι πού δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ποτέ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς κατηχήσεως. Εἶναι τό ἄλφα καί τό ὠμέγα. Ὅ,τι καί ἐάν λέμε, τόν Χριστό πρέπει νά ἔχουμε ὡς κέντρο, ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς, ὡς ἀφετηρία καί κατάληξη. Τό δικό του πρόσωπο πρέπει νά φωτίζουμε καί πρός αὐτόν νά ἀποβλέπουμε πάντοτε καί νά ὁδηγοῦμε τά παιδιά. Γιατί ἐάν τό κατηχητικό μας ἔργο δέν ἔχει ὡς κέντρο τόν Χριστό, γιατί ἐάν ἡ προσπάθειά μας δέν ἔχει ὡς σκοπό νά γνωρίσουν τά παιδιά τόν Χριστό καί νά συνδεθοῦν μαζί του μέσω τῆς Ἐκκλησίας, μέσω τῆς λειτουργικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς, μέσω τῆς προσευχῆς, τότε εἶναι ἐλλιπής καί ἀποτυχημένη.
Εἶναι ἀνάγκη νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως αὐτό τό σημεῖο, γιά νά μήν χάσουμε τόν στόχο μας καί τό ἔργο τῆς κατηχήσεως ἐξελιχθεῖ σέ μία κενή περιεχομένου συζήτηση. Ἀσφαλῶς μέσα στά κατηχητικά σχολεῖα θά πρέπει νά ἀκοῦμε καί νά ἀπαντοῦμε στούς προβληματισμούς τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων μας, θά πρέπει νά προσφέρουμε εὐκαιρίες γιά νά ἱκανοποιήσουμε τίς ἀνάγκες τους καί νά τά κρατήσουμε μέσα στή μητρική ἀγκάλη τῆς Ἐκκλησίας μας, προστατευμένα ἀπό τούς πολυάριθμους κινδύνους πού ἐλλοχεύουν ἐκτός αὐτῆς, ἀλλά θά πρέπει νά μή λησμονοῦμε ὅτι τό κέντρο καί ὁ συνδετικός κρίκος πρέπει νά εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτόν θά πρέπει νά μάθουν νά ἀγαποῦν περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο, γιατί ἡ πίστη μας σέ ἀναφέρεται στόν Χριστό καί τό Θεανθρώπινο πρόσωπό του. Δέν ἀναφέρεται σέ ἀνθρώπινα πρόσωπα πού ἔρχονται καί παρέρχονται. Μέ τόν Χριστό θά πρέπει τά παιδιά καί οἱ νέοι μας νά συνδέσουν τή ζωή τους, γιά νά μήν τούς ἐπηρεάζουν ποτέ οἱ τρικυμίες καί οἱ καταιγίδες τῆς ζωῆς. Καί ἐάν αὐτό συμβεῖ, τότε θά ἔχουμε ἐπιτύχει τόν σκοπό μας. Τότε δέν θά στηρίζουμε μόνο τήν ὀρθόδοξη κατήχησή μας στούς δύο πυλῶνες πού προανέφερα, τόν ἑλληνισμό καί τόν χριστιανισμό, ἀλλά θά βοηθήσουμε τά παιδιά μας νά στηρίξουν καί τή ζωή τους σέ αὐτούς πυλῶνες, γιά νά παραμένει ἀκλόνητη καί σταθερή μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Μέ αὐτές τίς λίγες σκέψεις σᾶς καλωσορίζω στήν ἀποψινή μας ἐκδήλωση καί καλωσορίζω καί εὐχαριστῶ θερμά καί τούς δύο ἐκλεκτούς ὁμιλητές μας, τήν κ. Μαρία Σεργιάννη, θεολόγο, σχολική σύμβουλο τῶν θεολόγων τῆς δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως Βεροίας, ἡ ὁποία θά μᾶς μιλήσει μέ θέμα: «Ἑλληνισμός – Χριστιανισμός: οἱ δύο πυλῶνες τῆς ὀρθόδοξης κατήχησης», καί τόν καθηγητή τοῦ Ποιμαντικοῦ Τμήματος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., κ. Βασίλειο Τσίγγο, ὁ ὁποῖος θά μᾶς ἀναπτύξει τό θέμα «Ἡ φανέρωση τοῦ ἀνθρώπου στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ».
Τούς εὐχαριστῶ καί πάλι θερμά γιά τήν πρόθυμη ἀποδοχή τῆς προσκλήσεώς μας καί τήν παρουσία τους ἀπόψε ἀνάμεσά μας.
Καί πρίν νά παραχωρήσω τό βῆμα, θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω καί τόν ὑπεύθυνο τοῦ Γραφείου Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, τόν πανοσιολογιώτατο ἀρχιμανδρίτη π. Διονύσιο Ἀνθόπουλο, γιά ὅλο τό ἔργο πού ἐπιτελεῖ στόν τομέα αὐτό καί ἰδιαιτέρως γιά τήν διοργάνωση καί αὐτῆς τῆς ἐκδηλώσεως γιά τούς κατηχητές καί τίς κατηχήτριες τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως.