πού ὁ γιός μου
ἀποφάσισε
νά μήν ἔρθει ἐκκλησία
τό πρωί τῆς Κυριακῆς
ἦταν λίγο σοκαριστική.
Του Ηλία Λιαμή
Ἡ πρώτη φορά πού ὁ γιός μου ἀποφάσισε νά μήν ἔρθει ἐκκλησία τό πρωί τῆς Κυριακῆς ἦταν λίγο σοκαριστική. Ἦταν 15 χρονῶν καί ἤξερα ἀπό καιρό πώς τά ἐρωτήματά του ἦταν πολλά. Εἶχα ἀποφασίσει νά μήν πιέζω γιά συζητήσεις, παρά μόνον ὅταν ἔβλεπα κάποια διάθεση ἀπό ἐκεῖνον. Καί πάλι, τόν ἄφηνα νά δίνει ἐκεῖνος τήν πρώτη πάσα.
Ἄλλωστε, ὅταν τό ἀποτολμοῦσα ἐγώ στή νέα αὐτή περίοδο, εἰσέπραττα ἕνα βλέμμα κούρασης, κάτι ἀνάμεσα σέ «ἄντε πάλι» καί «ἄντε γειά». Ἀπό τίς συζητήσεις πάντως πού «περπάταγαν», καταλάβαινα πώς δύο δυνάμεις ἔδιναν μέσα του μάχη: Ἡ μία εἶχε νά κάνει μέ τίς παιδικές του παραστάσεις: τίς ἀκολουθίες, τήν ἐπαφή του μέ τόν πνευματικό του, τίς οἰκογενειακές συζητήσεις. Ἡ δεύτερη προερχόταν ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τό πνεῦμα τῶν καιρῶν: Τήν ἀμφισβήτηση, τήν ἀποξένωση τῆς μεγάλης μερίδας τῆς παρέας του ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὑπῆρχε ὅμως καί κάτι τρίτο, μυστήριο καί ἐντυπωσιακό: Μεγάλο μέρος τῆς κριτικῆς του ματιᾶς ἐκφραζόταν μέ λέξεις, πού λές καί ἔβγαιναν ἀπό τόν δικό μου ἐσωτερικό κόσμο. Ὅλος μου ὁ προβληματισμός ἀπό τήν ἐμπειρία μου ἀπό τόν ἐκκλησιασμό τῶν μαθητῶν μου, τίς σχέσεις νεῶν ἀνθρώπων μέ τή γλώσσα τοῦ δόγματος καί τῆς λατρείας, τίς εἰκόνες τους ἀπό τήν Ἐκκλησία πού τούς μετέφεραν τά κανάλια, τήν ἀδυναμία τους νά κατανοήσουν, ἀλλά καί τήν δίψα τους γιά συζήτηση γιά πνευματικά θέματα, ἄν βρισκόταν ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος, τήν ἀκατανόητη ζεστασιά πού ἔνιωθαν -κατά ὁμολογία τους- ὅταν τό μάθημα ἄγγιζε τήν καθημερινότητά τους… ὅλα αὐτά τά ἄκουγα ἀπό τό παιδί μου καί ἦταν, λές κι ἄκουγα τήν ψυχή μου.
Γιά μᾶς, τούς προσωρινούς καί συνάμα αἰώνιους ἀνθρώπους, ἡἀγωνία τῆς διάκρισης ἀνάμεσα σέ αἰώνια καί προσωρινά, ἀνάμεσα στήν οὐσία καί στή μορφή, θά εἶναι πάντα ἕνα δίλημμα. Πολύ περισσότερο μάλιστα, ἐδῶ, στή δική μας ἑλληνική γωνία, ὅπου μακραίωνες παραδόσεις, στεριωμένες καί φυλαγμένες μέ πολύ αἷμα καί δάκρυ ζυμώθηκαν μέ τήν ὕπαρξή μας ὡς λαοῦ, ἡἐπανεύρεση τοῦ πυρήνα τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας ἀπαιτεῖ προσπάθεια μεγάλη, ἀποφασιστικότητα, γνώση θεολογική καί ἱστορική καί κυρίως πίστη. Ἴσως αὐτό τό τελευταῖο, δηλαδή ἡ πίστη, νά δημιουργεῖ κάποια σύγχυση. Καί αὐτό, διότι πολλές φορές, πίσω ἀπό ἕνα μανδύα πίστεως, κρύβονται οἱἀνασφάλειές μας, ἡ νοητική, μορφωτική καί πνευματική μας ραθυμία, ἡἀπολυτοποίηση δευτερευόντων στοιχείων τῆς ταυτότητάς μας, ὅπως ἡἐθνικότητα, καί τέλος-τέλος ἡἴδια ἡἀπιστία μας. Γιατί, τί ἄλλο ἀπό ἀπιστία εἶναι τελικά ἡ προσαρμογή τοῦ προσώπου καί τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ στίς δικές μας ἀνάγκες καί ἐπιδιώξεις; Καί ἄν ἐμεῖς δέν ἔχουμε νά καταλογίσουμε στήν παράδοσή μας Σταυροφορίες καί Ἱερές ἐξετάσεις, θά εἴχαμε ὅμως νά τῆς καταλογίσουμε προσκόλληση σέ ἐξωτερικά καί δευτερεύοντα στοιχεῖα τῆς λατρείας, τῆς γλώσσας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης, τῆς ποιμαντικῆς πρακτικῆς καί τῆς νοοτροπίας, σέ βάρος τῆς ἐξόδου καί συνάντησης μέ τό ἑκάστοτε «σήμερα», μέ σκοπό τήν πρόσληψη καί τή μεταμόρφωσή του.
Τό μεγαλεῖο τῆς παράδοσής μας ἔγκειται στή δυνατότητά της νά πεθαίνει καί νά ἀνασταίνεται κάθε μέρα. Τά λέμε διαρκῶς, ἴσως καί νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά τά ἐντάξουμε σέ ἕνα μάθημα στό σχολεῖο ἤ στό κατηχητικό. Τί σημαίνει ὅμως καθημερινός θάνατος; Καί τό κυριότερο, πόσο κοστίζει; Πόσο ἕτοιμοι εἴμαστε νά δεχθοῦμε πώς ἡ χθεσινή λυτρωτική διατύπωση μιᾶς δογματικῆς ἀλήθειας, σήμερα παραμένει τραγικά ἀκατανόητη καί ἀνενεργή; Ἤ, πόσο ἕτοιμοι εἴμαστε νά παραδεχθοῦμε πώς ἡ καίρια ἀπεικόνιση τοῦἀοράτου, μέσῳ δομῶν καί συμπεριφορῶν ἐπισκόπων, θεολόγων ἤἁπλῶς πιστῶν (διάκριση πού ἐπιδέχεται ἐνδιαφέρουσα συζήτηση ὡς πρός τό ρόλο καί τή διακονία ἑκάστου) ἀντί νά σώζει, σκανδαλίζει καί ἀπωθεῖ; Ἀργά καί ἀνεπαίσθητα, χωρίς τύψεις, μᾶλλον μέ ὑπερηφάνεια, ἀπό Ἐκκλησία προσέγγισης τοῦ ξένου καί μεταμόρφωσης τοῦἀλλοτριωμένου, μεταβληθήκαμε ἁπλῶς σέ φρουρούς κεκτημένων, ἀδιαφορώντας γιά τό πνεῦμα τῆς αὐθεντικῆς παράδοσής μας, τό πνεῦμα τῆς ἀνατροπῆς βεβαιοτήτων καί ἀτομικῶν ἤἐθνικῶν περιχαρακώσεων, πού ἔρχεται νά ἀναστατώσει καί νά ἀμφισβητήσει τίς ἐμμονές μας.
Τό μεγαλεῖο τῆς παράδοσής μας ἔγκειται ἀκριβῶς στό ὅτι δέν φοβᾶται τόν θάνατο τῶν σχημάτων καί τῶν δομῶν. Ἀντίθετα, ζεῖ καί ἀνανεώνεται ἀπό τή διαρκή ἀμφισβήτηση, τή διαρκή δοκιμασία, τή διαρκή ἐπαλήθευση τῆς ἀλήθειάς της, μέσα ἀπό τή συνάντηση, πολλές φορές ἐπώδυνη, μέ τό σύγχρονο κόσμο. ἩἘκκλησία μας κάθε μέρα ἐπιδιώκει νά πεθάνει γιά τόν κόσμο. Δέν εἶναι τάση αὐτοκαταστροφῆς, δέν εἶναι ὑψηλή φιλοσοφία. Εἶναι μίμηση Χριστοῦ, πού μέ τό στόμα τοῦἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, μᾶς ἀγκαλιάζει ἀπό τόν ὦμο, μᾶς κοιτάει στά μάτια καί μέ φωνή σιγανή, ζεστή, σάν τή φωνή τοῦ γονιοῦ μας, μᾶς λέει σέ μία ἐπιστολή του:
«Ἄνθρωπε, φίλε, ἀδελφέ μου, παιδί μου, ἐγώ γιά σένα κατέβηκα ἀπό τόν οὐρανό, ἐγώ γιά σένα βυθίστηκα στόν Ἅδη, ἐγώ ἀγκαλίασα τά τραύματά σου, ἐγώ ξεφτιλίστηκα πάνω στό Σταυρό, ἐγώ παραιτήθηκα ἀπό κάθε λογική δικαιοσύνης, τίποτα δέν ὑπολόγισα, προκειμένου νά σέ ξαναδῶ χαρούμενο, σῶο, ἀκέραιο. Τίποτα δέ σοῦ ζητάω. Μόνο μεῖνε κοντά μου καί ἄσε με νά σέ βοηθάω. Εἶμαι ἡ μάνα σου, ὁ πατέρας σου, ὁ σύντροφός σου, ἡ τροφή σου, τό καταφύγιό σου, ὁ δρόμος σου στή σωτηρία, ἡ γέφυρά σου μέ τήν αἰωνιότητα. Τί ἄλλο θέλεις»;
Ἄς φανταστοῦμε μιά Ἐκκλησία μέ αὐτή τή φωτιά καί αὐτή τήν τρυφερότητα νά ἀπευθύνεται στό σύγχρονο ἄνθρωπο καί πέστε μου ἐάν μποροῦμε νά φανταστοῦμε ἕναν κόσμο πού δέν θά ἀναλυθεῖ σέ δάκρυα χαρᾶς καί μετανοίας ἐάν ἀκούσει νά τοῦ μιλοῦν καί κυρίως νά τοῦ συμπεριφέρονται ἔτσι. Πέστε μου ἄν θά μείνει μέσα στήν ψυχή του ἡ παραμικρή διάθεση νά ἀσχοληθεῖ μέ τά καμώματα μικρῶν καί ἀναξίων, ρασοφόρων καί μή, ὅταν θά ἔχει βρεῖ μιά ζεστή ἀγκαλιά νά κουρνιάσει. Ὁ Χριστός μᾶς ἄφησε αἰώνιο μέτρο τῶν πραγμάτων αὐτή τή φλόγα καί ὄχι τήν τήρηση κάθε εἴδους... καθιερωμένων. Ὅταν μάλιστα αὐτά γίνηκαν γιά τούς ἀνθρώπους βάρος ἀβάσταχτο, τότε... καθιερωμένα καί... καθιερωμένους τούς οἰκτίρισε μέ λόγια βαριά, τόσο βαριά, ὅσο μιά νεκρή παράδοση.
Πρίν ὅμως μετρήσουμε τά τῆς Ἐκκλησίας μας, διαδικασία ἐνίοτε πολύ εὔκολη καί βολική, ἄς μετρηθοῦμε ἐμεῖς μ’ αὐτήν τή φλόγα κι ἄς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τό «μέσα» μας ἐκπέμπει στούς γύρω μας αὐτή τή θέρμη τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας. Γιατί οὐσιαστικά καλούμαστε νά υἱοθετήσουμε ἕνα κόσμο πληγωμένο. Τώρα, πού σιγά-σιγά ὅλα μά ὅλα γύρω μας ἀποκαλύπτουν τή γυμνότητά τους, τώρα, πού ὅλοι βάλθηκαν, μέ μοχλό τά ἀτοπήματα τῶν λίγων, νά ἀνατρέψουν αὐτά πού στήριξαν γιά αἰῶνες τούς πολλούς, τώρα πού ἡ πατρίδα μας κι ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀναρωτιέται ἄν ἔχει μείνει τίποτε ὄρθιο, ἡ υἱοθεσία εἶναι ἐκείνη, πού θά στηρίξει ξανά τόν πεσμένο ἄνθρωπο καί θά τόν πείσει πώς κάθε ἄγγιγμα τοῦ πάτου εἶναι ἡἐκκίνηση μιᾶς νέας ἀρχῆς. Δέν κλείνουμε τά μάτια στήν ἀλήθεια, ὅσο πικρή κι ἄν εἶναι (καί ὁπωσδήποτε πολύ πικρότερη γιά τούς πιστούς καί τούς πατριῶτες, ἀπό ἐκείνη τῶν δημοσιογράφων καί τῶν ἐπαγγελματιῶν ἀνιχνευτῶν τῆς σαπίλας). Δέν πλαστήκαμε ὅμως οὔτε νά περιφρονοῦμε, οὔτε νά κατακρίνουμε, οὔτε νά οἰκτίρουμε. Πλαστήκαμε νά γιατρεύουμε πληγές καί νά δυναμώνουμε τούς ὤμους μας γιά νά στηρίξουν λίγο ἀπό τό βάρος ἑνός κόσμου κεκοπιῶτος καί πεφορτισμένου. Πλαστήκαμε νά υἱοθετοῦμε, κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωση ἑνός Πατέρα, πού ζύγισε τή ζωή Του μέ τή ζωή τοῦ παιδιοῦ του.
Καί τό παιδί του βρέθηκε βαρύτερο.
Ἀφοῦὁ Θεός εἶναι Πατέρας ἐπουράνιος, εἶμαι κι ἐγώ ὡς πατέρας γήινος, μιά ἀπεικόνιση -ἔστω καί ἀμυδρή- αὐτοῦ τοῦ ρόλου πού ἐπέλεξε Ἐκεῖνος, γιά νά σχετιστεῖ μέ τούς ἀνθρώπους.
Ἀφοῦὁ Θεός εἶναι ζωντανό πρόσωπο, τό πρόσωπό μου ἴσως καί νά ᾽ναι ἕνας δρόμος πού θά ὁδηγήσει τό παιδί μου σέ σχέση μαζί Του.
Ἀφοῦἔνιωσα ἔστω καί μία φορά τόν Θεό ὡς πατέρα μου, πέρα ἀπό ἱεροτελεστίες καί σχήματα -καί Τόν ἔνιωσα πάνω ἀπό μία φορά-, ἀντί νά ἀναλωθῶ σέ ἀτέρμονες συζητήσεις γιά τήν ὕπαρξή Του, θά βαθύνω τή σχέση μου μαζί Του καί θά καλέσω σ’ αὐτή τή συνάντηση τό παιδί μου. Ἄν καί ὅταν ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση, εἶμαι βέβαιος πώς θά διαισθανθεῖ πώς ἐδῶ... κάτι παίζεται. Κι ἄν ἀξιωθῶ τό ἄγγιγμα τοῦ χεριοῦ Του στήν ψυχή μου, θ’ ἀφήσω αὐτά τά λίγα δράμια μιᾶς ἄλλης χαρᾶς, πού ὁπωσδήποτε θά γεμίσουν τήν ὕπαρξή μου, νά μιλήσουν. Καί θά μιλήσουν καλύτερα ἀπό τά θεολογικότερα ἐπιχειρήματα. Ἄν ἔχω νά κάνω κάτι, εἶναι νά σταματήσω νά νοιάζομαι. Ὄχι ἀπό ἀδιαφορία, ἀλλά ἀπό ὑποψία, πώς τά ἄγχη καί οἱἀγωνίες μου ἐμποδίζουν τή σχέση τοῦ παιδιοῦ μου μέ τόν Θεό. Θά ἀποσυρθῶ κι ἀντί νά τοῦ μιλῶ γιά Ἐκεῖνον, θ’ ἀρχίσω νά μιλῶ σ’ Ἐκεῖνον γιά τό παιδί μου. Θά γεμίσω πίστη στή δύναμή του νά καταλάβει, πώς, σ’ αὐτό πού τό προσκάλεσα, δέν ὑπάρχει τίποτα «δῆθεν». Θά τοῦ προτείνω νά δοκιμάσει τή χαρά μου. Θά πάψω νά εἶμαι ὁδηγός του, κατηχητής του, κριτής του καί θά γίνω ἡ μύησή του. Κι ἄς ἀποφασίσει!
Ἤταν Σάββατο βράδυ:
«Νικόλα, αὔριο εἶναι Κυριακή. Πᾶμε Ἐκκλησία; Θά ’θελα νά σ’ ἔχω παρέα. Καθόμαστε καί λιγάκι μετά νά τά ποῦμε».
«Πατέρα… νά ᾽ρθω. Ἀλλά γιά σένα».
Εὐλογημένο νά ᾽ναι. Ἄλλωστε, κι ἐγώ κάποτε, γιά τόν δικό μου πατέρα πῆγα.
«ΔΥΟ ΣΤΑΛΕΣ ΚΟΥΡΑΓΙΟ
ΓΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ»
Ηλία Λιαμή,
που πρόσφατα κυκλοφορήθηκε
από τις εκδόσεις
«ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»
(τηλ.: 210 9310605).