Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

.

.
Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.
Μέσα απ΄αυτές τις σελίδες που ακoλουθούν θέλω να μάθει όλος ο κόσμος για Τους Αγίους, τις Εκκλησιές και τα Μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Μπορείτε να μου στείλετε την Ιστορία του Ναού σας ή του Μοναστηρίου σας όπως και κάποιου τοπικού Αγίου/ας της περιοχής σας vnikolaos@in.gr

Και τώρα θα περάσουμε στο nikolaos921@yahoo.gr για περισσότερο χώρο.

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης
κάνετε κλικ στην φωτογραφία

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Κέικ Βανίλιας


Υλικά :
500 γραμμάρια αλεύρι που φουσκώνει
250 γραμμάρια μαργαρίνη φυτική
150 ml γάλα
4 αυγά
150 γραμμάρια ζάχαρη
150 ml χυμό πορτοκάλι
2 βανίλιες

Ετοιμασία :
Σ΄ ένα μεγάλο μπολ ή σ΄ένα μίξερ βάζουμε όλα τα υλικά μαζί και τα κτυπάμε για περίπου 10 λεπτά.
Βάζουμε τη ζύμη σε μια καλά λαδωμένη φόρμα και το ψήνουμε σε προθερμαινόμενο φούρνο στους 180 βαθμούς για 1 ώρα περιπου.


Καλή επιτυχία
Αυτή την συνταγή την πήρα από την
κ. Κυριακή Βεβέλου

Άγιος Συμεών ο Δίκαιος(3 Φεβρουαρίου)



Ο Συμεών ήταν άνθρωπος δίκαιος και ευλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ». Ήταν άνθρωπος κατά την φύση, αλλά στην αρετή άγγελος, άνθρωπος συναναστρεφόμενος με ανθρώπους, αλλά συμπολιτευόμενος με αγγέλους. Το Άγιο Πνεύμα του είχε αποκαλύψει ότι δεν θα πεθάνει προτού αξιωθεί να δει τον Χριστό και να Τον κρατήσει στην αγκαλιά του. Η Θεοτόκος κατά τον Άγιο Αθανάσιο, του είπε: «Δέξαι γεραρώτατε άνθρωπε, τον προς σε μάλλον ή προς εμέ την τεκούσαν νυν επειγόμενον. Δέξαι τον σε ποθούντα μάλλον ή Ιωσήφ. Δέξαι τον δευτέραν της σης φιλίας την προς εμέ την μητέραν στοργήν, ως έοικε λογιζόμενον. Δέξαι, και, ως βούλει, του ποθουμένου καταπόλαυε». Και αμέσως μετά απέθεσε στα χέρια του Πρεσβύτου Συμεών τον Κύριο. Ο Συμεών «σκιρτά και αγγαλιά, και λαμπρά και διαπρυσίω φωνή περί αυτού ανακέκραγε λέγων, ούτός εστιν ο ων και προών και αεί τω Πατρί συμπαρών, ομοούσιος, ομόθρονος, ομόδοξος, ομοδύναμος, ισοδύναμος, παντοδύναμος, άναρχος, άκτιστος, αναλλοίωτος, απερίγραπτος, αόρατος, άρρητος, ακατάληπτος, αψηλάφητος, ακατανόητος, ατέκμαρτος. Ούτός εστι της πατρικής δόξης το απαύγασμα, ούτός εστιν ο χαρακτήρ της πάντως συστάσεως, τούτο το φως των φώτων, εκ πατρικών ανατέλλον κόλπων». «Είδε δε ο Συμεών και τον Δεσπότην επέγνω και την εαυτού απόλυσιν. Τι λέγων; Νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, επειδή προώρισε προ των αιώνων ο νυν γαλακτοτροφούμενος, ο υπό των χειρών μου βασταζόμενος του μη ιδείν με θάνατον πριν ιδώ τον Χριστόν Κυρίου». Ο Συμεών προείπε στη Θεοτόκο όσες έμελλε να υποστεί πικρίες και ότι ο Κύριος θα ήταν «εις σημείον αντιλεγόμενον». Στο σημείο αυτό γράφει ο Άγιος Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου: «Του Συμεώνος ειρηκότος περί του Κυρίου εις εξάκουστον των παρθενικών ακοών το, ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και, ηγανάκτησεν εικός η μήτηρ του Κυρίου κατά του Συμεώνος λέγουσα προς αυτόν, Ουκ οίδας τι διαγορεύεις άνθρωπε. Επί τον Χριστόν σκυθρωπά καταγγέλλεις; Ουκ οίδας την σύλληψιν του παιδίου και ως περί κοινού τόκου σημείον αντιλογίας μηνύεις. Ουδεμία πτώσις εν αυτώ, ύψωσις δε πολλή και συγκατάβασις τοις ευεργετουμένοις. Τι ουν ουκ ευλογείς φάσκων, ιδού ούτος κείται ουκ εις πτώσιν, αλλ εις ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ, διά τι δε και λέγεις σημείον αντιλεγόμενον; Ο δε Συμεών προς την παρθένον, αρκεί σοι, παρθένε, το μητέρα σε κληθήναι, ικανόν σοι το τροφόν ευρεθήναι του τρέφοντος τον κόσμον, μέγα σοι το σαρκί βαστάσαι τον τα πάντα βαστάζοντα. Ο εν σοι νυν Χριστός κατοικήσας και εν εμοί νυν ο αυτός τα περί αυτού λαληθήναι παρεσκεύασεν ότι ούτος κείται εις πτώσιν των απίστων Ιουδαίων, εις ανάστασιν δε των πιστευόντων εθνών& σημείον αντιλεγόμενον τον σταυρόν προσαγορεύσας». Ο Συμεών ο Θεοδόχος κοιμήθηκε ειρηνικά. Η Σύναξή του ετελείτο, μαζί με της Προφήτιδος Άννας στο Αποστολείο Ιακώβου του Αδελφοθέου, που ήταν παρεκκλήσιο του ναού της Θεοτόκου Ευουρανιωτίσσης.

Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού (2 Φεβρουαρίου)


Το γεγονός της Υπαπαντής, που εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο β κεφάλαιο το Ευαγγελίου του, συνέβη σαράντα ημέρες μετά την γέννηση του Ιησού. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, αν το πρώτο παιδί της οικογένειας ήταν αγόρι, αφιερωνόταν στον Θεό και συγχρόνως προσφερόταν για θυσία ένας αμνός ή ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δυο μικρά περιστέρια. Το γράμμα των εντολών αυτών πληρούντες ο Ιωσήφ και η Παρθένος Μαρία, ανήλθαν την τεσσαρακοστή ημέρα από της γεννήσεως του Χριστού στο ναό των Ιεροσολύμων, για να προσφέρουν τον Ιησού στον Θεό και να δώσουν την θυσία περί καθαρισμού. Το ζευγάρι υποδέχθηκε στο ναό ο υπερήλικας Προφήτης Συμεών, ο οποίος δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, έχοντας λάβει αποκάλυψη από Αυτό ότι δεν θα απέθνησκε πρωτού δει Εκείνον, τον οποίο ο Κύριος και Θεός έχρισε Βασιλέα και Σωτήρα του κόσμου. Η εορτή εισήχθηκε πρώτα στην Δύση προς κατάργηση των τελουμένων ειδωλολατρικών εορτών, κατά τις αρχές του Φεβρουαρίου, προς τιμήν του Πανός, ως καθαρώς θεομητορική εορτή. Αργότερα καθιερώθηκε και στην Ανατολή. Κατά μεν τον Γεώργιο Κεδρηνό η εορτή εισήχθηκε επί του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Α (518-527 μ.Χ.), κατά δε το Νικηφόρο Κάλλιστο ο μέγας Ιουστινιανός (525-565 μ.Χ.) διέταξε, το 542 μ.Χ., να εορτάζεται η Υπαπαντή του Σωτήρος σε όλη τη γη. Επειδή όμως διασώζονται σήμερα λόγοι ομιλίες στην εορτή της Υπαπαντής, που χρονολογούνται πολύ πριν από τον 6ο αιώνα μ.Χ., εικάζεται ότι ο αυτοκράτορας Ιουστίνος εισήγαγε την εορτή στην Κωνσταντινούπολη. Η εορτή της Υπαπαντής, στην Κωνσταντινούπολη, ετελείτο στο ναό των Βλαχερνών, όπου παρευρίσκονταν και οι βασιλείς.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Κοπή της Βασιλόπιτας





Ιερά Μητρόπολης Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως
Έγινε στις 27 Ιανουαρίου 2009 από το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Βαρνάβα στο Καθεδρικό Ιερό Ναό του Ιωάννου Προδρόμου Νεαπολέως και στην αίθουσα Ξενία η κοπή της Βασιλόπιτας για τους διακονούντες και εργαζομένους στους Ιερούς Ναούς και τις οικογένειες τους για το Σωτήριο έτος 2009

Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας(1 Φεβρουαρίου)


Ο Άγιος Τρύφων καταγόταν από τη Λάμψακο της επαρχίας Φρυγίας και έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Γορδιανού Γ (238-244 μ.Χ.), Φιλίππου (244-249 μ.Χ.) και Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Προερχόταν από πτωχή οικογένεια και στην παιδική του ηλικία, έβοσκε χήνες για να ζήσει. Συγχρόνως όμως μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή και ήταν πολύ φιλακόλουθος. Έτσι, σιγά σιγά ο Άγιος, με την ευσεβή φιλομάθειά του, κατόρθωσε όχι μόνο να διδαχθεί ο ίδιος, αλλά και να διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες της πίστεώς μας. Γρήγορα η ευσεβής ψυχή του δέχθηκε την χάρη του Αγίου Πνεύματος και ο Θεός τον αξίωσε να θαυματουργεί. Όμως ο Άγιος θεράπευε όχι μόνο κάθε ασθένεια αλλά και ελευθέρωνε τις μολυσμένες από τα δαιμόνια ψυχές. Όταν ο αυτοκράτορας Γορδιανός πληροφορήθηκε για τις θαυματουργικές ικανότητες του Τρύφωνος, τον αναζήτησε για να θεραπεύσει την άρρωστη θυγατέρα του που έπασχε από δαιμόνιο. Οι στρατιώτες τον βρήκαν στην κωμόπολη της Σαμψάκου να φροντίζει τις χήνες στην παρακείμενη λίμνη και αμέσως τον πήραν μαζί τους. Το μαρτύριο του Αγίου αναφέρει ότι μόλις ο Άγιος πλησίαζε στην Ρώμη το δαιμόνιο που είχε η θυγατέρα του Γορδιανού, κραύγαζε ότι δεν μπορεί πια να κατοικεί μέσα της. Οι έπαρχοι Πομπιανός και Πρετεξτάτος τον οδήγησαν ενώπιον του αυτοκράτορα και εκείνος παρακάλεσε τον Άγιο για τη θεραπεία της θυγατέρας του. Και πράγματι, με την προσευχή του Αγίου, η θυγατέρα του ηγεμόνος απηλλάγη από το δαιμόνιο. Ο Άγιος μετά από έξι ημέρες προσευχής αποκάλυψε τα κακά έργα του διαβόλου και πολλοί από τους Έλληνες που ήσαν παρόντες δόξασαν τον Θεό και πίστεψαν σε Αυτόν. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και χρήματα, τα οποία όμως ο Τρύφων ευγενικά αρνήθηκε. Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Δέκιος, εξαπέλυσε άγριο διωγμό κατά των Χριστιανών. Ο Άγιος, επειδή δεν λάτρευε τους θεούς της ειδωλολατρικής θρησκείας και ήταν Χριστιανός, συνελήφθη από κάποιον στρατιωτικό που ονομαζόταν Φρόντων (ή Φόρτων) και οδηγήθηκε ενώπιον των επάρχων της Ανατολής, Τιβέριου Γράγχου και Κλαυδίου Ακυλίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας. Ο μάντης Πομπηϊανός τον παρουσίασε στους ηγεμόνες. Ο Άγιος Τρύφων ομολόγησε με θάρρος την πίστη του. Τότε υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια. Του κατατρύπησαν με σπαθιά όλο του το σώμα, έπειτα τον έδεσαν από τα πόδια σε άλογα και τον έσυραν, σε ώρες φοβερού ψύχους, σε δύσβατες και πετρώδεις τοποθεσίες. Εκείνος προσευχόταν και έλεγε: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία». Μετά το φρικτό μαρτύριο τον ρώτησαν αν σωφρονίσθηκε και ήθελε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Μάρτυρας του Χριστού απάντησε τότε στον έπαρχο Ακυλίνο: «Ανόσιε και κακών αρχηγέ, είναι δυνατόν να είσαι σωφρονισμένος, όταν είσαι μεθυσμένος από τον διάβολο; Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί έχω τον Χριστό βοηθό της ελπίδας μου». Ύστερα από αυτό τον έκλεισαν στο δεσμωτήριο με σκοπό να του δώσουν διορία, για να απαλλαγεί από την «άνοια» αυτού και να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό. Λίγες ημέρες μετά ο έπαρχος κάλεσε τον Άγιο και τον ρώτησε εάν το διάστημα του χρόνου και τα βασανιστήρια τον έπεισαν να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος και πάλι ομολόγησε με πνευματική ανδρεία το Όνομα του Θεού. Τον έσυραν τότε γυμνό πάνω σε σιδερένια καρφιά, κατόπιν τον μαστίγωσαν και στη συνέχεια του έκαψαν με λαμπάδες τα πλευρά. Στο τέλος, μόλις ο Μάρτυρας παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου», απέκοψαν την τίμια κεφαλή αυτού. Οι Χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Μάρτυρος και αφού το έχρισαν με πολύτιμα μύρα και το τύλιξαν σε σινδόνα, το κατέθεσαν σε λάρνακα και το απέστειλαν στην πόλη της Σαμψάκου κατά την επιθυμία του. Η Σύναξη του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν μέσα στο σεπτό Αποστολείο του Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Μεγάλης Εκκλησίας. Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Τρύφωνα έκτισε ο μέγας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) στην τοποθεσία του Πελαργού Κωνσταντινουπόλεως. Μονή του Αγίου Τρύφωνος αναφέρεται και μετά τα μέσα του 9ου αιώνος μ.Χ., παρακείμενη στη Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στην οποία εκάρη μοναχός ο μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός (901-907, 912-925 μ.Χ.).

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Σαλάτα πικάντικη


Υλικά :

Λάχανο για σαλάτα
Σέλινο
Πιπεριά κόκκινη γλυκιά (Φλωρίνης)
Πιπεριά καυτερή (εάν την τρώτε )
Καρότα
Μαϊντανό

Εκτέλεση :

Σ΄ ένα μπολ μεγάλο ψιλοκόβουμε το λάχανο, το σέλινο, τις κόκκινες πιπεριές , (προαιρετικά την καυτερή πιπεριά), μαϊντανό και τρίβουμε τα καρότα.
Όλα μαζί τα τρίβουμε με τα χέρια μας ρίχνουμε λίγο αλάτι τα σκεπάζουμε και τα αφήνουμε για μια με δυο ημέρες στο ψυγείο (τώρα το Χειμώνα και σ΄ ένα μέρος που να μην έχει θέρμανση εκτός ψυγείου).
Τη σερβίρουμε (αφού την ξανατρίψουμε με τα χέρια μας) ρίχνοντας αλάτι, ξύδι ή λεμονί με μπόλικο ελαιόλαδο κι ελιές.
Όσο μένει στο μπολ τόσο γίνετε καλύτερη

Καλή Επιτυχία.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Ιερός Ναός Κοιμήσεως Της Θεοτόκου Παναγία η Σκριπού


Ιερά Μητρόπολης Θηβών και Λεβαδείας

Ιστορικά Μνημεία

Ιερός Ναός Κοιμήσεως Της Θεοτόκου Παναγία η Σκριπού
Στον Δήμο Ορχομενού

Η μονή της «Παναγίας Σκριπού» της Βοιωτίας, κοντά στον αρχαίο Ορχομενό, περιλαμβάνει το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο. Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι κοσμεί το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή. Πιθανότατα ο ναός σχεδιάσθηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του, του Λέοντα, Πρωτοσπαθάριου της Ανακτορικής φρουράς του Βυζαντινού αυτοκράτορα (873/874 μ.Χ.).
Η Μονή και ο ναός
Η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μονή της «Παναγίας Σκριπούς» βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή – σημερινός Αθάμας – στον Ορχομενό της Βοιωτίας, απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της πόλης και την αρχαία Ακρόπολη του Ορχομενού. Στην ευρύτερη περιοχή ο περιηγητής Παυσανίας (9, 38, 1) μνημονεύει δύο ιερά των Χαρίτων και του Διονύσου, τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί, αλλά πρέπει κατά πάσαν πιθανότητα να βρίσκονταν στη θέση όπου το 874 χτίστηκε η Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Αυτό άλλωστε μαρτυρούν οι ανασκαφικές εργασίες που απεκάλυψαν εξωτερικά – στον περίβολο του ναού – ένα κτίσμα μυκηναϊκής περιόδου. Επίσης στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού.
Η Μονή της Παναγίας Σκριπούς είναι κτίσμα του 9ου αιώνα και από το αρχικό συνολικό συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνον το Καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά και στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, όπως άλλωστε αποδεικνύει το τρισυπόστατο Ιερό Βήμα. Πράγματι, τα δύο ανατολικά πλάγια κλίτη δεν λειτουργούν ως πρόθεση και διακονικό, αλλά σύμφωνα με τις επιγραφές ως παρεκκλήσια των Αγίων Πέτρου και Παύλου «ων Ρώμης βώλαξ ιερήν κόνιν αμφικαλύπτει», κατά το χαραγμένο εκεί εξαιρετικό επίγραμμα.
Ο ναός της Παναγίας Σκριπού της Βοιωτίας, αποτελεί το πιο σημαντικό μνημείο από τη σειρά εκκλησιών του τύπου «σταυροειδούς μεταβατικού» στον ελλαδικό χώρο και είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο γνωστό μνημείο της εποχής, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η μοναστηριακή αυτή εκκλησία ξεχωρίζει για το μέγεθος (22,30 × 18,60 μέτρα), χωρίς τον νάρθηκα, για την πλούσια μαρμάρινη διακόσμηση και τέλος για τις ιστορικές πληροφορίες που παρέχουν 4 επιγραφές με μνημειακή έκφραση. Από αυτές μαθαίνουμε ότι ο ιδρυτής του ναού είναι ο Λέων «βασιλικός Πρωτοσπαθάριος, και επί των οικιακών», δηλαδή αρχηγός των σπαθαρίων — της ανακτορικής φρουράς — στο Ιερό Παλάτιον στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λέων ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής «χώρον επικρατέων τε παλαιοτάτου Ορχομένοιο» και πως έχτισε την εκκλησία το 873/874. Πράγματι, όσον αφορά τη χρονολογία κτίσεως είμαστε απόλυτα βέβαιοι, επειδή μια γραπτή επιγραφή, που είναι ενσωματωμένη στο εξωτερικό της αψίδας του ιερού, αναγράφει τόσο τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874, όσο και τον χορηγό-κτήτορα της Μονής, τον Λέοντα.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από που προέρχεται η περίεργη ονομασία Σκριπού για τη Μονή, που σημειωτέον είναι το αρχαιότερο Βυζαντινό μνημείο της Βοιωτίας και ένα από τα σπουδαιότερα της Ελλάδας. Η εκκλησία πάντως εξωτερικά είναι γεμάτη από επιγραφές και πιθανότατα σ’ αυτές τις εντοιχισμένες επιγραφές να οφείλεται το όνομα Σκριπού, από το λατινικό scriptus, που σημαίνει επιγραφή (inscription). Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, με προεξέχουσες τις κεραίες του σταυρού και στενό νάρθηκα δυτικά. Στην τοιχοδομία του έχει χρησιμοποιηθεί άφθονο έτοιμο αρχαίο υλικό (όπως συμβαίνει σε πολλούς χριστιανικούς ναούς της εποχής) το οποίο προέρχεται από τον κοντινό αρχαιολογικό χώρο της ιστορικής πόλης του Ορχομενού. Έτσι, έχουν χρησιμοποιηθεί σπόνδυλοι κιόνων, πελεκημένα αγκωνάρια, ακόμη και επιτύμβιες στήλες που δημιουργούν απροσδόκητα κοσμήματα και αποχρώσεις στους μεγάλους επίπεδους τοίχους.
Το μνημείο αυτό είναι προσπάθεια μετάβασης από την παλαιοχριστιανική Βασιλική (Αρχιτεκτονική) στον Βυζαντινό ρυθμό. Ο ναός διασώζει θαυμάσια παλαιοχριστιανικά γλυπτά, σπάνιες επιγραφές της χριστιανικής, αλλά και της προχριστιανικής περιόδου, που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό. Πιθανότατα ο ναός να σχεδιάστηκε ως ταφικό μνημείο του χορηγού του (μολονότι αυτό δεν συνηθιζόταν στη Βυζαντινή Ελλάδα) και ίσως το κατακόρυφο ηλιακό ρολόι που κοσμεί τον ναό να είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Ούτως ή άλλως ο κτήτορας του ναού θέλησε το κτίσμα αυτό να έχει: «τερπνόν αποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αίγλην». Ο γλυπτικός διάκοσμος του καθολικού της Μονής είναι πλούσιος στις εσωτερικές και εξωτερικές του επιφάνειες, πολλά γλυπτά μέλη όμως (από αρχαίους ναούς ή και από πρωτοχριστιανικό νεκροταφείο) είναι ενσωματωμένα και στα μεταγενέστερα κελιά, νότια του καθολικού και στο πρόπυλο δυτικά, ενώ άλλα βρίσκονται στις αποθήκες. Τα παλαιότερα κελιά της Μονής βρίσκονται δυτικά από τα νεότερα, σε ένα κτίριο που αποτελείται από πέντε διαδοχικούς κεραμοσκεπείς χώρους.
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες οι παλαιότερες από τις τοιχογραφίες που κοσμούν τον ναό είναι του 12ου αιώνα. Από το 1930 εκτελούνται εργασίες αναστήλωσης, όπως και εργασίες για τη συντήρηση και καθαρισμό των τοιχογραφιών, ενώ το 1939 κτίστηκε (σε σχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού) και το κωδωνοστάσιο του ναού, που βρίσκεται βορειοδυτικά στον χώρο της μονής.
Το ιστορικό αυτό μνημείο εντάχθηκε στο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 1994-1999, στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Στερεάς Ελλάδας. Και ενώ ολοκληρωνόταν η αποκάλυψη και η συντήρηση των τοιχογραφιών των ιερών, καθώς και η στερέωση και ο καθαρισμός των γλυπτών του νάρθηκα, ο ναός υπέστη εμπρησμό. Από τη φωτιά προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές, ωστόσο σε μια πρώτη φάση συντελέστηκε με αμμοβολή ο καθαρισμός του εσωτερικού ναού από την καπνιά, ενώ τώρα αναμένεται η έναρξη των εργασιών της δεύτερης φάσεως για την αποκατάσταση των καμένων παραθυρόφυλλων και των τοιχογραφιών του νάρθηκα.
Η Παναγία Σκριπού για πολλά χρόνια λειτούργησε ως μοναστήρι, ενώ τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως ενοριακός ναός. Πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία, το έτος 1943, ο Ορχομενός και οι κάτοικοί του σώθηκαν με θαύμα της Παναγίας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής που ήθελαν να κάψουν την πόλη και να σκοτώσουν τους κατοίκους της.
[Επεξεργασία] Το κατακόρυφο ηλιακό ρολόι του καθολικού
Ένα ωραιότατο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, ίσως το ωραιότερο από όλα τα Βυζαντινά ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας, κοσμεί τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μονή της Παναγίας Σκριπούς. Φαίνεται ότι ηλιακό ρολόι τοποθετήθηκε στο ναό τη χρονολογία κατασκευής του καθολικού, το 874 μ.Χ., και έτσι είναι το αρχαιότερο από όλα τα μεσαιωνικά-βυζαντινά κατακόρυφα ηλιακά ρολόγια της Ελλάδας! Αυτό άλλωστε σημειώνει ο αείμνηστος διαπρεπής αρχαιολόγος, βυζαντινολόγος, αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αναστάσιος Ορλάνδος (1935/36).
Το κατακόρυφο αυτό ηλιακό ρολόι είναι σκαλισμένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός μαρμάρινου ορθογώνιου δομικού λίθου του όλου κτιρίου στον νότιο τοίχο του ναού. Οι διαστάσεις του ορθογώνιου αυτού παραλληλεπιπέδου είναι 125 cm μήκος, 35 cm πλάτος και 66 cm ύψος. Η ωρολογοπλάκα (125 cm × 66 cm) φέρει μόνο δέκα ωρικές γραμμές, αριθμημένες με την αρχαία ελληνική αρίθμηση: Α, Β, Γ, Δ, Ε, F, Ζ, Η, Θ και Ι, ενώ φέρει και τη γραμμή του ορίζοντα. Βρίσκεται εντοιχισμένη στο νότιο τοίχο του Καθολικού, σε ύψος περίπου 2 μέτρα από το έδαφος.
Οι ωρικές γραμμές, μήκους 50 cm, τελειώνουν σε ένα χαραγμένο ημικύκλιο, ακτίνας 50 cm, ενώ τα καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου είναι σημειωμένα στο τέλος των ωρικών γραμμών εντός ενός κυκλικού δακτυλίου, που σχηματίζεται από το πρώτο ημικύκλιο των 50 cm και από ένα δεύτερο ημικύκλιο ακτίνας 58 cm. Η μαρμάρινη ωρολογοπλάκα έξω από το ημικύκλιο, αριστερά και δεξιά είναι διακοσμημένη με δύο γλυπτά παγώνια, εκ των οποίων το ένα κοιτά προς την Ανατολή και το άλλο προς τη Δύση. Το πρώτο είναι μεγαλύτερο σε μήκος από το δεύτερο γιατί έχει μεγαλύτερο μήκος ουράς. Το δεξιό παγώνι έχει συνολικό μήκος 46 cm, ενώ το αριστερό, όπως βλέπουμε την ωρολογοπλάκα, έχει μήκος 42 cm. Οι παραστάσεις των πτηνών αυτών πιθανότατα είναι ένα είδος αναφοράς στην αιώνια ζωή. Επιπλέον κάτω από τις ώρες Ε και F, υπάρχει και κάποια άλλη γλυπτή διακόσμηση. Ένα άνθος κάτω από το Ε και ένα άλλο όμοιό του κάτω από το F, ενώ ενδιάμεσα τα συνδέει σαν είδος μίσκου, ένα αγκιστροειδές σκάλισμα.
Σημειώνουμε ότι τα διακοσμητικά στοιχεία της παλαιοχριστιανικής τέχνης προέρχονται από τον ελληνικό «εθνικό» κόσμο. Στην παλαιοχριστιανική τέχνη εμφανίζεται σύνολο από γλυπτές απεικονίσεις και παραστάσεις που είναι κοινές στον ειδωλολατρικό κόσμο, όπως άνθη, πτηνά, δελφίνια κ.ά. Αργότερα εμφανίζονται συμβολικές παραστάσεις, όπως ο ιχθύς, ένας κλάδος φοίνικα, ο αμνός, η περιστερά και τα παγώνια. Ο ιχθύς συμβολίζει τον Ιησού Χριστό (η περίφημη ακροστιχίδα Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ). Η περιστερά συμβολίζει την αγνότητα και το Άγιο Πνεύμα. Τέλος, τα παγώνια συμβολίζουν την αιώνια ζωή στον παράδεισο. Π.χ. επιτύμβια επιγραφή ΒΜΧ 400 (5ος – 6ος μ.Χ. αιώνας) με παράσταση αντικριστών παγωνιών στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών Ακόμα και σήμερα τα παγώνια είναι πολύ συνηθισμένο μοτίβο στις ελληνικές εκκλησίες. Παγώνια βρίσκονται σκαλισμένα στο ξυλόγλυπτο, τέμπλο των ναών, στον ξυλόγλυπτο επιτάφιο και κοσμούν πολλές πρόσφατες εκκλησίες, όπως ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στην ομώνυμη Μονή κοντά στον Ωρωπό Αττικής.
Δυστυχώς σε αυτό το ηλιακό αυτό ρολόι, ενώ φαίνεται η θέση του γνώμονα, αυτός έχει καταστραφεί ή έχει κλαπεί και γι’ αυτό τον λόγο δεν βρίσκεται στη θέση του. Το επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι της Παναγίας Σκριπούς, ασχέτως από τους αριθμούς που έχει γραμμένους στο τέλος των ωρικών γραμμών, διαιρεί την ημέρα όχι σε δέκα αλλά σε έντεκα ώρες, αφού στο ημικύκλιό του υπάρχουν έντεκα τομείς, όπως ακριβώς και στο ηλιακό ρολόι του Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο.
Η οριζόντια γραμμή της άνω πλευράς του ηλιακού ρολογιού αντιπροσωπεύει τον ορίζοντα, και το μεσημέρι, στον αληθινό ηλιακό χρόνο, ο Ήλιος θα πέφτει στον μεσημβρινό, που αντιπροσωπεύεται από μια κατακόρυφη γραμμή κάθετη στη γραμμή του ορίζοντα. Αυτή η γραμμή δεν υπάρχει στο ηλιακό ρολόι αυτό. Συνήθως παρουσιάζεται στα ηλιακά ρολόγια που φέρουν μονές ωρικές γραμμές, για παράδειγμα έντεκα ωρικές γραμμές (δηλαδή δώδεκα ώρες) και σημειώνεται στο τέλος της έκτης ώρας, ούτως ώστε η έκτη ώρα να βρίσκεται στο μέσον, ενώ συμμετρικά αριστερά και δεξιά της να βρίσκονται από πέντε ωρικές γραμμές. Ούτως ή άλλως σε ένα τέτοιο επίπεδο κατακόρυφο ηλιακό ρολόι, τοποθετημένο σωστά στον τοίχο του καθολικού της Μονής με νότιο προσανατολισμό, το φως του Ήλιου δεν μπορεί να πέφτει ποτέ πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα. Παράλληλα κάθε διάστημα κάτω από τον ορίζοντα θα αποτελεί περιοχή στην οποία οι ηλιακές ακτίνες θα πέφτουν οπωσδήποτε κάποια στιγμή του έτους.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Αλήθεια ξέρετε πόσοι είναι οι Άγιοι Ανάργυροι


Αρκετοί νομίζουν ότι οι Άγιοι Ανάργυροι είναι δύο, ο Κοσμάς και Δαμιανός, χωρίς να ξεχωρίζουν τα ζεύγη που τιμάμε τις δύο πρωτομηνιές (Ιουλίου και Νοεμβρίου). Αν ανατρέξουμε στα συναξάρια της εκκλησίας μας θα δούμε ότι η χορεία των Αναργύρων Αγίων ανέρχεται σε είκοσι μέλη. 'Όλοι είχαν την ιατρική επιστήμη ως μέσον θεραπείας και θαυμάτων, χωρίς υλικά ανταλλάγματα. Το σύντομο αυτό σεργιάνι ας αρχίσει, όπως η Εκκλησίας μας τους θυμάται και τους μνημονεύει.

ΚΟΣΜΑΣ, ΔΑΜΙΑΝΟΣ : Μαρτύρησαν το 284 στη Ρώμη, η μνήμη τους είναι την 1η Ιουλίου (Ημέρα Πανήγυρης του Ναού μας).

ΚΟΣΜΑΣ, ΔΑΜΙΑΝΟΣ : Καταγωγή τους ήταν η Μ. Ασία, η μνήμη τους είναι 1η Νοεμβρίου (Πανηγυρίζει ο Ναός μας).

ΚΥΡΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ: Καταγωγή του πρώτου η Αλεξάνδρεια, του δευτέρου η Έδεσσα Μεσοποταμίας. Συνμοναστές μαρτύρησαν με αποκεφαλισμό το 292 μ. Χ., η μνήμη τους τελείται στις 31 Ιανουαρίου.

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ: Από την Νικομήδεια, αποκεφαλίστηκε το 305, τιμάται στις 28 Ιουλίου.

ΕΡΜΟΛΑΟΣ: Και αυτός από την Νικομήδεια, ιερέας και γιατρός, αποκεφαλισθείς το 306 μ. Χ.Ή μνήμη του είναι στις 26 Ιουλίου.

ΣΑΜΨΩΝ: Καταγωγή του η Ρώμη, χειροτονηθείς ιερέας στην Κωνσταντινούπολη και ΘΕΡΑΠΕΥΣΑΣ τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό εκείνος του έχτισε ξενώνα για
φιλοξενία αναξιοπαθούντων, κοιμήθηκε ειρηνικά και τον τιμάμε στις 27 Ιουνίου.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ: Από την Ταρσό της Κιλικίας έζησε και έδρασε στην Νίκαια της Βιθυνίας, στην οποία άφησε και την τελευταία του πνοή, τον 3ο αι. μ. Χ. Τιμάται δε στις 16 Αυγούστου.

ΜΩΚΙΟΣ: Από την Ρώμη και αυτός ιερέας και γιατρός, αποκεφαλισθείς επί Διοκλητιανού τον 3ο αι. μ. Χ. Τιμάται στις 11 Μαΐου.

ΑΝΙΚΗΤΟΣ: Μαρτύρησε στην Νικομήδεια το 288 μ. Χ. και η μνήμη του είναι στις 12 Αυγούστου.
.
ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ: Από τον Λίβανο της Φοινίκης, τον συνέλαβαν και μετά από βασανιστήρια πολλά αποκεφαλίσθηκε το 284. Τον τιμάμε στις 20 Μαΐου.

ΤΡΥΦΩΝ: Βοσκός χηνών στην αρχή, στην Λάμψακο της Φρυγίας, βασανίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε το 250 επί Δεκίου αυτοκράτορα. Η μνήμη του τελείται την 1η Φεβρουαρίου.

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ: Από την Έμεσα της Συρίας. Μαρτύρησε το 284 και τον τιμάμε στις 6 Φεβρουαρίου.

ΚΟΣΜΑΣ, ΔΑΜΙΑΝΟΣ, ΛΕΟΝΤΙΟΣ, ΑΝΘΙΜΟΣ, ΕΥΤΡΟΠΙΟΣ: Οι Κοσμάς και Δαμιανός ήταν από την Αραβία γιατροί και πήγαν στην Αιγαίς της Λυκίας με τους αδελφούς τους Λεόντιο, Άνθιμο και Ευτρόπιο ομολογήσαντες τον Χριστό, μαρτύρησαν και τιμώνται στις 16 Οκτωβρίου.

Βλέπουμε λοιπόν που θεμελιώθηκε η Εκκλησία μας, στο αίμα των Αγίων και στη περίπτωση των Αγίων Αναργύρων, αρκετό ήταν αυτό. Οι περισσότεροι βασανίσθηκαν, αποκεφαλίσθηκαν, έδωσαν την ίδια τους τη ζωή δηλαδή. Κάποιοι απ' αυτούς τελείωσαν την επίγεια πορεία τους, ειρηνικά. Όλοι πάντως την συνεχίζουν κοντά στον Δεσπότη Χριστό, στην Μητέρα Του και Μητέρα μας Παναγία και στην υπόλοιπη αμέτρητη χορεία των Αγίων της πίστεως μας.Η συμμετοχή δε της ιερατικής οικογένειας δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη, μετρά αρκετά μέλη της.

Πηγή από :http://www.in-agioianargyroi.gr/home.html

Άγιοι Κύρος και Ιωάννης οι Ανάργυροι (31 Ιανουαρίου)


Οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης οι Ανάργυροι και οι συν αυτών Αθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη και Ευδοξία Μάρτυρες: Οι Άγιοι Μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης άθλησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.). Ο Άγιος Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ενώ ο Άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Διοκλητιανού, ο Άγιος Κύρος πήγε σε ένα παραθαλάσσιο τόπο της Αραβίας και, αφού περιεβλήθηκε το μοναχικό σχήμα, κατοίκησε στον τόπο αυτό. Ο Άγιος Ιωάννης πήγε στα Ιεροσόλυμα και εκεί άκουσε για τα θαύματα που επιτελούσε ο Άγιος Κύρος. Στην συνέχεια μετέβη στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, αφού από διάφορες φήμες έμαθε που διέμενε ο Άγιος Κύρος, πήγε και τον βρήκε και έμεινε μαζί του. Τα θαύματα των Αγίων Αναργύρων συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), διότι οι Άγιοι θεράπευσαν τα μάτια του. Κατά την περίοδο του διωγμού συνελήφθη και η Αγία Αθανασία, που ήταν χήρα, καθώς επίσης και οι τρεις θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη και Ευδοξία. Η είδηση τάραξε τον Κύρο και τον Ιωάννη. Έτσι οι Άγιοι, επειδή φοβήθηκαν μήπως αυτές δειλιάσουν από την σκληρότητα των βασανιστηρίων, εξαιτίας της αδυναμίας της φύσεως της γυναίκας, έσπευσαν κοντά τους και έδιναν σε αυτές θάρρος, ενώ παράλληλα προετοιμάζονταν και οι ίδιοι για το μαρτύριο. Και πράγματι, συνελήφθησαν και αυτοί και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα. Εκεί διακήρυξαν μ παρρησία και θάρρος την πίστη τους στον Θεό. Μάταια ο ηγεμόνας ζητούσε να κάμψει την ανδρεία της μητέρας, δείχνοντας σε αυτή τις θυγατέρες της και επιρρίπτοντάς της την ενοχή. Εκείνη, αφού στράφηκε προς τις θυγατέρες της, τις ενίσχυε λέγουσα ότι η σωματική ωραιότητα είναι πρόσκαιρη, ενώ στην αιωνιότητα διατηρείται η ομορφιά της ψυχής του ανθρώπου αθάνατη. Αυτές δε έλεγαν προς την μητέρα τους ότι αισθάνονταν μεγάλη χαρά, επειδή έμελλε να φύγουν από τον μάταιο αυτό κόσμο μαζί της για την αγάπη του Χριστού και να μην χωρισθούν ποτέ από κοντά της. Ο ηγεμόνας εξαγριώθηκε και διέταξε να τους υποβάλουν σε πολλά και σκληρά βασανιστήρια. Μετά από τα βασανιστήρια αποκεφάλισαν διά ξίφους τον Άγιο Κύρο και τον Άγιο Ιωάννη, το έτος 292 μ.Χ.. Έτσι μαρτύρησαν και η Αγία Αθανασία με τις τρεις θυγατέρες της. Τον βίο και το μαρτύριο αυτών έγραψε ο Σωφρόνιος ο Σοφιστής. Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο Μαρτύριο που είχε ανεγερθεί προς τιμήν τους και βρίσκεται στην περιοχή Φωρακίου

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Άγιοι Τρεις Ιεράρχες(30 Ιανουαρίου)


Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία είναι το εξής γεγονός: Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081-1118), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ τον Βοτενειάτη (1078-1081), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. ’λλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. ’λλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες». Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν: «Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας, διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της σωτηρίας. Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα, συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να χωρίζονται για εμάς. Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή που είμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία. Ακόμη ένα χρέος σου, να παραδόσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων που θα εορτάζουν τη μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία ενώπιον του Θεού». Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε τη συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων. Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας. Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Ιερός Ενοριακός Ναός Αγίας Παρασκευής


Ιερά Μητρόπολης Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως

Ιερός Ενοριακός Ναός Αγίας Παρασκευής
Του Δήμου Νέας Μενεμένης Θεσσαλονίκης

Από τη Μενεμένη της Μικράς Ασίας εγκαταστάθηκαν τι 1922 στην περιοχή αυτή προσφυγικές οικογένειες, που δημιούργησαν τον συνοικισμό της Νέας Μενεμένης, αμιγώς προσφυγικό στην αρχή. Το 1924 ιδρύεται η ενορία της Αγίας Παρασκευής και αμέσως άρχισε η ανέγερση του πρώτου Ι. Ναού. Ήταν μια τρίκλιτη βασιλική με τρούλλο στην οποία έγιναν κατά καιρούς μικρές προσθήκες και τέλος κτίστηκε και το καμπαναριό. Τον Ι. Ναό αυτό θεμελίωσε και εγκαινίασε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Γεννάδιος.
Νέοι κάτοικοι εν τω μεταξύ ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στον υπάρχοντα συνοικισμό με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετεί επαρκώς ο παλαιός Ι. Ναός.
Λόγω του γεγονότος αυτού το 1982 αποφασίστηκε η ανέγερση νέου περικαλλούς Ι. Ναού του οποίου ο θεμέλιος λίθος ετέθη από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως κυρό Διονύσιο στις 22 Νοέμβριου 1982.
Η ανέγερση του Ι. Ναού διήρκησε 4 χρόνια και είναι βυζαντινού ρυθμού κτισμένος στον τύπο του σταυροειδούς μετά τρούλλου.
Στις 8 Ιουνίου 1986 έγιναν τα θυρανοίξια και στις 22 Νοεμβρίου του 1987 ετελέσθηκαν τα εγκαίνια του από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως κυρό Διονύσιο.
Σήμερα έχει ολοκληρωθεί η εξωτερική του επένδυση με πέτρα και περίτεχνα κεραμοπλαστικά ενώ στο εσωτερικό προχώρα η αγιογράφηση του.
Το ως άνω κείμενο για την Ιστορία του Ιερού Ενοριακού Ναού Ζωοδόχου Πηγής Του Δήμου Αμπελοκήπων είναι από το βιβλίο «ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΝ» Της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπολέως και Σταυρουπόλεως εν έτη 1999.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Όσιος Εφραίμ ο Σύρος (28 Ιανουαρίου)


Ο Όσιος Εφραίμ καταγόταν από την Ανατολή και γεννήθηκε στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας πιθανώς το 308 μ.Χ. ή και ενωρίτερα. Ήκμασε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.), Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) και των διαδόχων αυτού. Από την μικρή του ηλικία διδάχθηκε την πίστη και την αρετή από τον Επίσκοπο της γενέτειράς του Ιάκωβο (309-364 μ.Χ.), ο οποίος και τον χειροτόνησε διάκονο, αλλά ο Όσιος αρνήθηκε να λάβει μεγαλύτερο αξίωμα. Ακολούθησε πολύ νωρίς τον μοναχικό βίο και με το φωτισμό του Παρακλήτου έγραψε πάρα πολλά συγγράμματα πνευματικής και ηθικής οικοδομής. Γι αυτό και θαυμάζεται για το πλήθος και το κάλλος των έργων του. Γνώστης ακριβής όλων των δογματικών θεμάτων, ήξερε να καταπολεμά τις αιρέσεις και να υπερασπίζει με θαυμάσια σαφήνεια την Ορθοδοξία. Ήταν εκείνος που κατατρόπωσε σε διάλογο τον αιρετικό Απολλινάριο και οδήγησε πολλούς αιρετικούς να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια. Όταν, διά της συνθήκης του έτους 363 μ.Χ., που υπέγραψε ο διάδοχος του Ιουλιανού του Παραβάτου, Ιοβιανός (363-364 μ.Χ.), η Νίσιβης παραδόθηκε στους Πέρσες, ο Όσιος Εφραίμ εγκατέλειψε την πατρίδα του και ήλθε στην Έδεσσα, όπου ασκήτεψε σε παρακείμενο όρος. Το έτος 370 μ.Χ. επισκέφθηκε τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και λίγο αργότερα τους Πατέρες και Ασκητές της Αιγύπτου. Ο Όσιος Εφραίμ κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 373 μ.Χ. και η Σύναξή του ετελείτο στο Μαρτύριο της Αγίας Ακυλίνας, στην περιοχή Φιλοξένου, κοντά στην αγορά.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ο Ιησούς και ο Ζακχαίος "Κυριακή ΙΕ ΛΟΥΚΑ" ( Ευαγ. ΛΚ ΙΘ 1 έως 10 )


Ασφαλώς κάθε άνθρωπος, χωρίς να εξαιρέσουμε εμάς τους χριστιανούς, ψάχνει να βρεί το Χριστό. Δεν έπεται ότι με τη βάπτισή μας γνωρίσαμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και το θέλημά Του. Γιατί, γνωρίζουμε βεβαίως, ότι όταν βαπτιστήκαμε είμασταν βρέφη και δεν γνωρίζαμε τίποτα περί μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, δεν γνωρίζαμε τίποτα για το Χριστό, ούτε και για τη πίστη που μας διδάσκει η αγία Του Εκκλησία. Γι’ αυτό τώρα που μεγαλώσαμε ψάχνουμε το Χριστό.Και ο Χριστός που είναι ο Καλός Ποιμήν και ψάχνει τα απολωλότα πρόβατα μας σώζει όταν τον βρούμε. Άλλος χριστιανός με τον α τρόπο και άλλος με το β βρίσκει το Χριστό στη ζωή του. Και προσπαθεί-ή μάλλον πρέπει να προσπαθεί- να ζήσει κατά Χριστόν, να εφαρμόσει το θέλημα του Χριστού αν θέλει να σωθεί τόσο αυτός, όσο και το σπίτι του.
Και τα λέμε αυτά εξ αφορμής του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος. Σήμερα ο Χριστός μας δείχνει έναν άνθρωπο που έψαχνε εναγωνίως να βρεί το Χριστό. Κι αυτός δεν ήταν τυχαίος μέσα στη κοινωνία των Ιουδαίων. Ήταν ο αρχιτελώνης Ζακχαίος. Ο οποίος, ως αρχιτελώνης διέθετε μεγάλη κοινωνική επιφάνεια, αξιοζήλευτη στην εποχή του. Κι όμως, τίποτα δεν το συγκινούσε. Ούτε η θέση αυτή, ούτε ο πλούτος του που ήταν άφθονος, αφού είχε τεράστια περιουσία, τον γέμιζε. Ήξερε πως αν δεν γνωρίσει το Μεγάλο Διδάσκαλο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό δεν ήταν πλούσιος αλλά πιο πτωχός κι απ’ τον τελευταίο πτωχό.
Γι’ αυτό «εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Έψαχνε να τον βρεί γιατί εκείνος που ποθεί κάτι το ψάχνει εναγωνίως. Ο Ζακχαίος εζήτει, έψαχνε τον Ιησού, και μόλις έμαθε ότι περνά ο Χριστός από τα μέρη του, και μη μπορώντας να τον βρεί από το πλήθος του λαού, καθότι κοντός στο ανάστημα, ανέβη επί συκομορέαν ίνα ίδη Αυτόν, ότι δι’ εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι», μας λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο που ακούσαμε. Επρόκειτο ο Χριστός να περάσει κάτω από μια συκομουριά και η οποία μουριά υφίσταται, υπάρχει μέχρι τις μέρες μας για να δείχνει το μεγαλείο της Θείας Ενανθρωπήσεως, το μεγαλείο της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Υιό του Ανθρώπου, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Οι καρποί από αυτή τη συκομουριά είναι ξεροί, βεβαίως, αλλά όποιος τους παίρνει με πίστη και αγάπη στο Θεό λαμβάνει λύση στα προβλήματά του.
Ο Ζακχαίος ανέβηκε στη συκομουριά για να δεί το Χριστό. Ερωτάται, όμως: Τυχαία θα περνούσε από κει ο Χριστός; Όχι, αδελφοί! Γιατί τίποτα δεν γίνεται τυχαία στην Εκκλησία μας. Ο Χριστός είχε το σκοπό Του που θα περνούσε από κει. Ο λόγος που περνούσε από κει ήταν να σώσει όχι μόνο τη ψυχή του Ζακχαίου αλλά και όλη την οικογένειά του.
Ο Ζακχαίος ήτο πολύ αμαρτωλός. Ό,τι είχε φτιάξει, όλη η περιουσία που είχε οικοδομήσει ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας. Ήταν αποτέλεσμα φόνων, κλοπών, και άλλων δολοπλοκιών που έκανε ως αρχιτελώνης. Και γι’ αυτό όλες αυτές οι αμαρτίες, σαν θεριά του έτρωγαν τη ψυχή. Ήταν σαν φαρμακεριά φίδια που τον τσιμπούσαν και δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Μέσα του όμως ξύπνησε κάποτε η κοιμισμένη συνείδηση και μετενόησε ο μεγάλος αρχιτελώνης Ζακχαίος.
Και άκουσε όλος χαρά το Χριστό να του λέει: «Ζακχαίε, σπεύσας, κατάβηθι, εν τω οίκω σου δει με μείναι». Κατέβα του λέει από τη συκομουριά γιατί πρόκειται να μπω στο σπίτι σου και να το ευλογήσω με τη δική μου παρουσία. Είναι αυτό που λέει στην Αποκάλυψη του Ιωάννη ο Θεός μας. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3,20). Όποιος με επιτρέψει, λέει ο Χριστός στην Αποκάλυψη, να εισέλθω στην ψυχή του να ξέρει ότι η παρουσία μου θα είναι ευλογία της ψυχής. Λέει ο άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος, ότι η ψυχή του ανθρώπου δεν βρίσκει ανάπαυση μακριά του Χριστού. «Ώ Κύριε, λέει, είναι ανήσυχη η ψυχή μας, έως ότου εύρει ανάπαυση κοντά Σου».
Έτσι και ο Ζακχαίος. Δεν ησύχασε μέχρι την ώρα που μπήκε στο σπίτι του ο Χριστός. Τι παράξενο, όμως. Οι φαρισαίοι άρχισαν να αγανακτούν και να λένε από μέσα τους: γιατί να μπει ο Χριστός σε σπίτι ενός μεγάλου αμαρτωλού ανθρώπου; Θαρρείς πως αυτοί ήταν οι τελειότεροι άνθρωποι, οι πιο άγιοι και ενσυνείδητοι άνθρωποι της Ιουδαϊκής κοινωνίας. Αυτοί δεν αγωνιούσαν πως θα βρούν το Χριστό αλλά το πώς θα τον σκοτώσουν. Έτσι αντί να χαρούν για τη μεταστροφή του Ζακχαίου λυπήθηκαν και αγανάκτησαν εναντίον του Χριστού.
Ο Ζακχαίος όμως έδειξε έμπρακτα τη μετάνοιά του. Γιατί δεν είπε ότι αύριο ή σε λίγες μέρες θα δώσω τη μισή μου περιουσία στους πτωχούς, αλλά τώρα τη δίδω. «Ιδού, λέει, τα ημίση των υπαρχόντων μου Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς». Τη μισή μου περιουσία και όχι τα μισά χρήματα απ’ όσα έχω, τη δίδω στους πτωχούς. Και όχι μόνο αυτό. Συνεχίζει και λέει ότι «ει τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Αν συκοφάντησα κάποιον λόγω του επαγγέλματός μου του τα επιστρέφω τετραπλάσια.
Και ο Χριστός για να τον ανταμοίψει του λέει: Ναι, Ζακχαίε, η μετάνοιά σου έγινε αποδεκτή από το Θεό. Γι’ αυτό σήμερον «σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Το σπίτι του Ζακχαίου κινδύνευε να καταστραφεί. Δεν κινδύνευε βεβαίως να πέσουν οι τοίχοι του, ή οι κολόνες του. Αλλά κινδύνευε η πνευματική κατάσταση των μελών της οικογένειας του Ζακχαίου. Τα οποία κινδύνευαν εξ αιτίας της αμαρτίας του αρχηγού της οικογένειας Ζακχαίου.
Αδελφοί μου! Άς προσέξουμε πολύ γιατί και στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν ψάχνουν όπως ο Ζακχαίος το Χριστό. Κι όχι μόνο δεν τον ψάχνουμε αλλά και φοβόμαστε να ομολογήσουμε τη πίστη μας μπροστά στους απίστους φοβούμενοι μήπως μας κοροϊδέψουν για τη πίστη μας. Φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας επειδή πηγαίνουμε εκκλησία, επειδή ανάβουμε κεριά, επειδή νηστεύουμε και εξομολογούμαστε. Ίσως να μας κοροϊδέψουν οι άπιστοι. Τι με τούτο, όμως; Το Χριστό δεν τον κορόϊδεψαν απλά αλλά και τον ανέβασαν πάνω στο σταυρό. Τους αγίους δεν τους κορόϊδεψαν μόνο αλλά και τους μαστίγωναν, τους βασάνιζαν. Κι αυτοί δέχονταν όλες αυτές τις αντιξοότητες, όλα αυτά τα πυρά, όλες αυτές τις διώξεις με υπομονή και αγάπη προς το Χριστό. Και όπως ο Ζακχαίος δεν φοβήθηκε τις ειρωνείες των υπολοίπων Ιουδαίων έτσι και μείς να μην φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας. Εύχομαι να αποδεχτούμε το παράδειγμα μετανοίας του αρχιτελώνη Ζακχαίου και να ακολουθήσουμε το Χριστό σ’ όλη τη ζωή μας. Γιατί το Χριστό πρέπει να έχουμε στη ζωή μας και στα παιδιά μας. Κι αυτό για να κερδίσουμε όλοι τη σωτηρία των ψυχών μας εδώ στη γη και μια θέση στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν!

Πηγή : http://www.aegeantimes.gr/pigizois/index.htm

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης ο Οσιομάρτυρας (22 Ιανουαρίου)


Ο Άγιος Αναστάσιος γεννήθηκε στο χωριό Ραχήζ της Περσίας, της επαρχίας Ρασνουνί. Ονομαζόταν Μαγουνδάτ, ήταν υιός του μάγου Μαβ και υπηρέτησε στο στρατό επί των ημερών του βασιλέως Χοσρόη του Β’ (590-628 μ.Χ.), ο οποίος κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα και μετέφερε στη χώρα του τον Τίμιο Σταυρό (614 μ.Χ.). Τότε ο Μαγουνδάτ θέλησε να μάθει, αφού άκουσε περί αυτού και των επιτελουμένων θαυμάτων, γιατί οι Χριστιανοί τιμούσαν αυτόν. Έτσι, αφού διδάχθηκε από κάποιον πιστό ότι με τον σταυρικό θάνατο του Κυρίου λυτρώθηκε το γένος των ανθρώπων, πίστεψε στον Χριστό. Έπειτα, συμμετέχοντας στην εκστρατεία των Περσών κατά της Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε στη Χαλκηδόνα. Κατά την διαμονή του εκεί, αφού πληροφορήθηκε ότι ο Ηράκλειος κατατρόπωσε τους Πέρσες, πήγε στην Ιεράπολη και από εκεί στα Ιεροσόλυμα όπου βαπτίσθηκε υπό του Πατριάρχη Μοδέστου, προς τον οποίο τον οδήγησε ο ιερεύς του πανίερου Ναού της Αναστάσεως και έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Στην συνέχεια εκάρη μοναχός στη μονή του Αββά Ιουστίνου ή κατ’ άλλους στη μονή του Αγίου Σάββα. Μετά από επταετή άσκηση και διαβάζοντας καθημερινά τους βίους των Αγίων και τα μαρτύριά τους, τους ζήλεψε και προσευχόταν να αξιωθεί το μαρτυρικό τέλος αυτών. Έτσι, όταν κατά την παραχώρηση του Κυρίου, είδε σε όνειρο ότι ανέβηκε στο όρος Κυρίου και στάθηκε στον άγιο τόπο Αυτού και εκεί ήπιε ένα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί, θεώρησε ότι σκιαγραφόταν το μέλλον και το μαρτύριό του. Γι’ αυτό, γονυπετής και ένδακρυς, ζήτησε την ευχή του προεστώτος ιερέως της μονής για τη μακάρια αποδημία του, δηλαδή την πορεία του προς το μαρτύριο. Αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων κατευθύνθηκε προς την Διόσπολη, για να προσευχηθεί στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο και έφθασε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Εκεί, όταν είδε κάποιους μάγους ομοεθνείς του, έλεγξε και χλεύασε τα σοφίσματα και την ασέβειά τους. Τότε εκείνοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον άρχοντα Μαρζαβανά. Ο άρχοντας διέταξε να αφεθεί ελεύθερος, αρκεί να αρνηθεί τον Χριστό ενώπιον ενός μόνο προσώπου. Όμως ο Αναστάσιος με πνευματική ανδρεία απάντησε: «Μη δώη μοι ο Θεός της αγαπήσεως εκπεσείν του Χριστού μου». Ο Μαρζαβανάς θύμωσε και έδωσε εντολή να μεταφέρει βαριές πέτρες χωρίς καμιά ανάπαυλα. Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν μέχρι που οδηγήθηκε ενώπιον του βασιλέως των Περσών Χοσρόη. Αλλά και μπροστά στον βασιλιά δεν φοβήθηκε. Τον κτύπησαν αλύπητα, μέχρι θανάτου, με ραβδιά. Το μαρτύριο ήταν καθημερινό. Στο τέλος τον κρέμασαν από το ένα χέρι και διά βρόχου τον έπνιξαν και απέκοψαν την κεφαλή αυτού. Το μαρτύριό του έγινε το 628 μ.Χ. με άλλους 70 Χριστιανούς Μάρτυρες. Η Σύναξη του Αγίου ετελείτο στο Μαρτύριό του, που βρισκόταν εντός του Αγίου Φιλήμονος, στο Στρατήγιο.

Καρυδόπιτα


Υλικά :

250 γραμμάρια αλεύρι φαρίνα
250 γραμμάρια ζάχαρη
500 γραμμάρια σιμιγδάλι χοντρό
Από 4 έως και 8 αβγά (με πολλά γίνετε ποιο αφράτη)
200 γραμμάρια βούτυρο
450 γραμμάρια καρύδια ψιλοκομμένα
100 γραμμάρια γάλα
1 κουταλάκι του γλυκού σόδα
2 κουταλάκι του γλυκού μπέικιν πάουντερ
Λίγο κονιάκ

Για το σιρόπι:
500 γραμμάρια ζάχαρη
350 γραμμάρια νερό
1 βανίλια

Εκτέλεση :
Χτυπάμε τα αβγά με τη ζάχαρη.
Προσθέτουμε το βούτυρο, το γάλα μέσα στο οποίο έχουμε λιώσει τη σόδα, τα καρύδια, το σιμιγδάλι, το αλεύρι, το μπέικιν πάουντερ και το κονιάκ.
Βάζουμε το μείγμα σε καλά βουτυρωμένο ταψί.
Τη ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 190°C
Όταν η καρυδόπιτα ψηθεί την κόβουμε σε κομμάτια της αρεσκείας μας και μετά τη σοροπιάζουμε και την αφήνουμε σκεπασμένη με μια πετσέτα να κρυώσει.

Τη σερβίρουμε η σκέτη, ή την πασπαλίζουμε με μπόλικη κανέλα, ή την γαρνίρουμε με κρέμα Σαντιγύ.

Καλή επιτυχία

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (25 Ιανουαρίου)



Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης

Ο Άγιος Γρηγόριος έζησε κατά την εποχή του βασιλέα Ουάλεντος (364-378 μ.Χ.). Καταγόταν από τον Πόντο και γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής της Ναζιανζού, που λεγόταν Αριανζός, το 330 μ.Χ. Ναζιανζηνός ονομάσθηκε, επειδή έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στη Ναζιανζό, όπου ήταν και το πατρικό του σπίτι. Ο πατέρας του, ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Ναζιανζού, ήταν πριν γίνει Επίσκοπος, ένας πολύ πλούσιος άρχοντας της Ναζιανζού. Κατείχε μεγάλη θέση στον δημόσιο βίο και ανήκε σε μια ιουδαίο-εθνική αίρεση που λεγόταν των «Υψισταρίων». Η μητέρα του, η Αγία Νόννα, ήταν Ορθόδοξη. Η ευσέβεια και η αρετή της επηρέασαν τον σύζυγό της και τον έκαναν να μεταστραφεί στην αληθινή πίστη. Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα, δεν είχαν παιδιά και ικέτευαν τον Θεό να χαρίσει σε αυτούς την χαρά της τεκνοποιίας. Και πράγματι, η προσευχή τους εισακούσθηκε και η Νόννα γέννησε τον Άγιο Γρηγόριο, τον οποίο πριν ακόμα αυτός γεννηθεί είχε υποσχεθεί αν τον αφιερώσει στον Θεό. Πολλές φορές ο Άγιος Γρηγόριος παραβάλλει τους γονείς του με τον Αβραάμ και τη Σάρρα, οι οποίοι σε μεγάλη ηλικία απέκτησαν τον Ισαάκ. Σπουδαίες ήταν οι προσπάθειες των γονέων αυτού να μορφώσουν και να εμφυσήσουν στον πρωτότοκο υιό τους την αγάπη προς τα γράμματα και την χριστιανική πίστη. Από την παιδική ηλικία ενέπνευσαν σε αυτόν έντονη και βαθιά θρησκευτικότητα, ώστε αυτός από ευσέβεια και πνευματικότητα, υποσχέθηκε στον εαυτό του να ζήσει με αγνεία και παρθενία. Ο Άγιος Γρηγόριος, χάρη στην δυνατότητα που είχε ο πατέρας του, έκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σε όλα τα τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμού: τη Ναζιανζό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, την Καισάρεια της Παλαιστίνης, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα. Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε γίνει ακόμη κέντρο πολιτισμού και η Ρώμη δεν είχε τότε κάτι αξιόλογο για τους Έλληνες. Στις πόλεις αυτές μελέτησε τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες και άκουσε τους σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ των οποίων τον Δίδυμο τον Τυφλό, που τότε διηύθυνε τη θεολογική σχολή της Αλεξάνδρειας και τους φιλόσοφους Θεσπέσιο στην Καισάρεια και Ιμέριο και Προαιρέσιο στην Αθήνα. Για τον Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ότι ήταν Χριστιανός. Οι σπουδές δεν έκαναν τον Άγιο να επαρθεί. Αντίθετα, κατάλαβε όλη την ματαιότητα του κόσμου και της σοφίας του. Ένιωσε, ότι η ανθρώπινη γνώση έχει ασήμαντη σημασία μπροστά στην γνώση της σοφίας του Θεού. Ο ίδιος, ο Άγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Σαούλ που έτρεχε χωρίς να ξέρει. Αυτό που τελικά βρήκε κατά την διάρκεια των σπουδών του ήταν ένα «Βασίλειο». Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρει το γεγονός της φιλίας του με τον Άγιο Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ήταν μεγαλύτερο εύρημα και από ένα ολόκληρο βασίλειο. Όταν τελείωσε τις σπουδές του ο Άγιος, ήταν ώριμος άνδρας ηλικίας 30 ετών. Όμως δεν είχε ακόμη βαπτισθεί. Και αγωνιούσε να μην πεθάνει, πριν επιστρέψει στον πατέρα του και βαπτισθεί. Γι αυτό και όταν, ενώ μετέβαινε από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα, έγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ και παρακάλεσε να τον ελεήσει ο Θεός, να βοηθήσει να μην πνιγεί, για να αξιωθεί του ενδύματος του Αγίου Βαπτίσματος. Το βάπτισμα του Γρηγορίου το επακολούθησε συνειδητός πνευματικός αγώνας. Νηστεία, προσευχή, αγρυπνία. Αγώνας για την κάθαρση, την πνευματική πρόοδο, τη θέωση. Μαζί με τον ομόφρονα, ομότροπο και ομόψυχό του Άγιο Βασίλειο απομονώθηκαν κάπου στον Πόντο και παραδόθηκαν κυριολεκτικά στην προσευχή και την άσκηση. Ο αγώνας τους ευλογήθηκε από Εκείνον που θέλει να γινόμαστε βιαστές της βασιλείας Του. Αξιώθηκαν και οι δύο μεγάλων πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα ο Άγιος Γρηγόριος κάνει επανειλημμένως λόγο για τις πνευματικές του εμπειρίες και τα ουράνια χαρίσματα που η χάρη του Θεού του χάρισε. Οι εμπειρίες του αυτές πρέπει να ήταν πολύ υψηλές, αφού ο ίδιος παραβάλλει αυτά που έβλεπε με αυτά του θεόπτου Προφήτου Μωυσέως και του Αποστόλου Παύλου, που «πορευόμενος εις Δαμασκόν» είδε τον Κύριο της Δόξας και ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και είδε τα άρρητα ρήματα, τη δόξα της βασιλείας του Θεού. Γρήγορα κάλεσε ο θεός τον Γρηγόριο στην διακονία Του. Τα τέλη του έτους 360 μ.Χ. επιστρέφει στη Ναζιανζό. Ο Γέρων, έχοντας ανάγκη από βοηθό και συνεργάτη στη «νυκτομαχία», όπως χαρακτήριζε την ιεροσύνη, θέλησε να τον χειροτονήσει Πρεσβύτερο, επειδή έβλεπε στο πρόσωπό του όχι μόνο τον αφοσιωμένο υιό, αλλά και τον ζηλωτή για την σωτηρία των ψυχών λειτουργό του Κυρίου. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε. Την άρνησή του όμως έκαμψε το βάρος του διπλού αξιώματος του Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα και πνευματικός πατέρας), που ο Γρηγόριος ήξερε μόνο να ευλαβείται. Έκανε υπακοή στην εντολή του Γέροντος Επισκόπου και χειροτονήθηκε. Αμέσως μετά την χειροτονία του ζήτησε ανακούφιση στην μόνωση και την προσευχή. Αποσύρθηκε λοιπόν στο ερημητήριό του, στη γαλήνη της νοεράς προσευχής. Και βρήκε τη γαλήνη και την πορεία του. Και επέστρεψε με ειρήνη στην καρδιά να αναλάβει το πνευματικό του έργο, που το άρχισε με τον περίφημο θεολογικό λόγο περί του Πάσχα και τη δικαιολόγηση της φυγής του. Διακονούσε με ιερό ζήλο στο πλευρό του πατέρα του, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας και έξαρχος Πόντου Βασίλειος τον εξέλεξε Επίσκοπο της μικρής πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ήταν να περιφρουρήσει τη δικαιοδοσία της τοπικής του Εκκλησίας από τις διεκδικήσεις ενός νέου Μητροπολίτη, του Τυάνων Ανθίμου. Το γεγονός αυτό έθλιψε ακόμη πιο πολύ τον Γρηγόριο. Αντέδρασε. Εξέφρασε την πικρία του. Τελικά όμως υπάκουσε, αλλά δεν πήγε ποτέ στα Σάσιμα. Ένα χρονικό διάστημα έμεινε στη Ναζιανζό, ως βοηθός του πατέρα του, ενδίδοντας στην παράκλησή του. Και όταν εκείνος κοιμήθηκε, το 374 μ.Χ., ο Θεολόγος συνέχισε να ποιμαίνει την Εκκλησία των Ναζιανζών, ως τοποτηρητής, χωρίς να παύσει να τους παρακαλεί να εκλέξουν και να χειροτονήσουν τον κανονικό τους Επίσκοπο. Και επειδή αυτό αργούσε, στεναχωρημένος εγκατέλειψε την πόλη και κατέφυγε στην Σελεύκεια της Ισαυρίας, όπου, κοντά στο ναό της Αγίας Θέκλας, αναζήτησε την ειρήνη και την ησυχία στην προσευχή και έμεινε εκεί επί πέντε σχεδόν έτη μελετώντας και συγγράφοντας. Την άνοιξη του έτους 379 μ.Χ. οι λίγοι Χριστιανοί τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη να αγωνισθεί για την Ορθόδοξη πίστη, αφού στην Πόλη δέσποζαν οι Αρειανοί. Ήταν τόση η διάδοση και η επικράτησή τους, ώστε ο Άγιος Γρηγόριος δεν βρήκε ούτε ένα παρεκκλήσι στα χέρια των Ορθοδόξων. Κατόπιν τούτου άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει σε ένα σπίτι που ο ίδιος διαμόρφωσε σε ναό και το ονόμασε Αγία Αναστασία, δηλαδή της Αναστάσεως της Ορθοδοξίας. Εκεί ο Άγιος εξεφώνησε τα περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Η επίδρασή τους και ιδίως των πέντε Θεολογικών Λόγων του ήταν τόση, ώστε οι Αρειανοί φανατικοί, πήραν την απόφαση να τον εξολοθρεύσουν. Τον έβρισαν. Τον κακολόγησαν. Τον κτύπησαν. Τον γρονθοκόπησαν. Τον λιθοβόλησαν. Έβαλαν μάλιστα και κάποιον να τον φονεύσει. Και θα τον σκότωνε. Αλλά νικημένος από την αγιοσύνη της πραότητάς του, ομολόγησε στον ίδιο την αλήθεια την στιγμή που είχε πάει να τον σφάξει. Με όπλο το λόγο του Θεού, τη μάχαιρα του πνεύματος, νικούσε τους εχθρούς της πίστεως σαν τον Μωυσή. Πράγματι, οι Αρειανοί όλο και λιγόστευαν. Ο Άγιος Θεοδόσιος, ευχαριστημένος από το έργο του Γρηγορίου, τον κατέστησε το έτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη και τον ενθρόνισε στο ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Όμως οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν είχαν όλοι την ορθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι από φθόνο κάκιζαν τον Άγιο, διότι δεν πίεζε τον βασιλέα να αφαιρέσει τις εκκλησίες από τους αιρετικούς και να τους απαγορεύσει να τελούν την λατρεία τους. Σε απάντηση ο Άγιος Γρηγόριος τόνιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη τις λόγχες του Καίσαρος και ότι του είναι αρκετή σαν όπλο η αλήθεια. Και πράγματι, η αλήθεια νίκησε. Το έτος 381 μ.Χ. συνήλθε η ΒΟικουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ήταν ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας. Αυτή η Οικουμενική Σύνοδος ολοκλήρωσε το έργο της Α Οικουμενικής Συνόδου. Καταδίκασε τους Αρειανούς και τους Πνευματομάχους Ευνομιανούς και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως. Το διαμόρφωσε στην σημερινή του μορφή. Έτσι έλαμψε η δόξα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη, η Σύνοδος καταδίκασε τον Απολλιναρισμό, που διαιρούσε τον άνθρωπο σε τρία μέρη (σώμα, ψυχή και νου) και δίδασκε ότι ο Χριστός δεν έχει λάβει ανθρώπινο πνεύμα, παρουσιάζοντας τον Χριστό ατελή και όχι τέλειο άνθρωπο. Έτσι όμως κατέστρεφε το σωτηριολογικό έργο του Κυρίου και την ανθρωπότητά Του, διότι καθετί που δεν προσλαμβάνεται υπό του Χριστού μένει αθεράπευτο και ανίατο. Τρίτον, η Β Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον απόλυτο προορισμό, τον οποίο δίδαξαν αργότερα ο Καλβίνος, ο Αυγουστίνος και ο Λούθηρος και όλος ο Προτεσταντισμός. Τέλος αναγνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πρόεδρος της Συνόδου, Άγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ενώ διαρκούσε η Σύνοδος. Η Σύνοδος τον τίμησε ως Απόστολο. Ο Άγιος Γρηγόριος εξεφώνησε τότε λαμπρό επικήδειο, λόγο που άρχιζε με τα λόγια: «ηύξησεν ημίν τον αριθμόν των Αποστόλων». Διάδοχός του στην προεδρία της Συνόδου έγινε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά μετά από λίγο το κλίμα άλλαξε. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συμμετάσχει στην Σύνοδο, ο Πέτρος ο Β, ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, με τους Αιγυπτίους και Μακεδόνες Επισκόπους. Αυτοί ήδη είχαν πάρει θέση εχθρική έναντι του Αγίου Γρηγορίου. Δεν τον αναγνώριζαν σαν κανονικό Αρχιεπίσκοπο, επειδή τάχα είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα. Και είχαν εντελώς αντικανονικά και παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τον Μάξιμο τον Κυνικό, που ήταν μεν Ορθόδοξος αλλά έμεινε στην ιστορία σαν ένα αινιγματικό πρόσωπο. Ο Πέτρος έθεσε στην Σύνοδο το θέμα της κανονικότητας. Ο Άγιος Γρηγόριος, ενώ είχε την δύναμη να συντρίψει κάθε αντίσταση, διότι παράλληλα προς την υποστήριξη των Επισκόπων είχε και την συμπαράσταση του αυτοκράτορα, αηδίασε και παραιτήθηκε με τούτα τα λόγια: «Δεν είμαι σεμνότερος του Προφήτη Ιωνά. Αν εγώ είμαι αιτία ταραχής στην Εκκλησία, ρίχνω τον εαυτό μου στη θάλασσα». Ευθύς μετά την παραίτησή του λειτούργησε στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, για να αποχαιρετίσει το ποίμνιό του. Και έφυγε χωρίς να περιμένει να λήξουν οι εργασίες της Συνόδου. Επέστρεψε στη Ναζιανζό και για λίγο έμεινε απομονωμένος εκεί για να γαληνεύσει. Ο Άγιος, σε κείμενά του, διεκτραγωδεί την εκκλησιαστική κατάσταση, όταν επιχειρεί να κάνει σύγκριση των όσων συμβαίνουν εντός της Εκκλησίας με τα όσα συμβαίνουν εκτός αυτής. Έτσι λέγει, πρέπει να οδύρεται κανείς, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη ενότητας στους κοσμικούς οργανισμούς, στις πόλεις, στους οίκους, στο στράτευμα και όμως να απουσιάζει από τον κατ εξοχήν κήρυκα και θεματοφύλακα της ειρήνης, την Εκκλησία και τους πιστούς της. Βεβαίως η αποχώρησή του δεν σήμαινε ότι θα έπαυε να ενδιαφέρεται για την επίτευξη ενότητας και για την επικράτηση της ειρήνης στην Εκκλησία, για τα δύο αυτά υπέρτατα αγαθά. Το έτος 383 μ.Χ. η υγεία του υπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ως Επίσκοπο τον Πρεσβύτερο Ευλάλιο και αποσύρθηκε οριστικά στην ησυχία της Αριανζού, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη το 390 μ.Χ. Η Σύναξη του Αγίου Γρηγορίου ετελείτο στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία και στο μαρτυρικό ναό της Αγίας Αναστασίας, η οποία βρίσκεται στην είσοδο της τοποθεσίας που ονομάζεται Δομνίνου, καθώς επίσης και στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος εναπέθεσε το ιερό λείψανο του Αγίου, όταν το μετέφερε από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την δεύτερη μέρα του Πάσχα οι αυτοκράτορες μετέβαιναν, για να εκκλησιασθούν, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και εύχονταν ενώπιον του ιερού λειψάνου του Αγίου Γρηγορίου. Τα έργα του Αγίου Γρηγορίου είναι σχετικώς λίγα. Δεν έχουν την έκταση των έργων άλλων Πατέρων. Παρά ταύτα έχουν βάθος και δύναμη περισσότερο από κάθε άλλου. Τα έργα του υπήρξαν πάντοτε η μεγαλύτερη πηγή των δογμάτων. Γιαυτό έγινε και ο κατεξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας και η πηγή της εκφράσεως της λατρείας.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Αγία Ξένη (24 Ιανουαρίου)


Η Αγία Ξένη καταγόταν από τη Ρώμη και από γενιά τιμημένη και εύπορη. Οι γονείς της επιθυμούσαν αν την νυμφεύσουν. Ενώ όμως είχαν τα πάντα ετοιμασθεί για τον γάμο, εκείνη εγκατέλειψε τη νυφική παστάδα, παίρνοντας μαζί της και δύο πιστές της θεραπαινίδες και διά θαλάσσης έφθασε στην πόλη των Μυλασών. Στα Μύλασα μάλλον πήγε και εγκαταστάθηκε, ύστερα από συμβουλή του μακαρίου μοναχού Παύλου, ο οποίος εμφανίστηκε στην Οσία μετά από θείο φωτισμό, όταν εκείνη πέρασε από την Αλεξάνδρεια και έγινε ο πνευματικός της καθοδηγητής. Στην πόλη των Μυλασών, η Οσία Ξένη έκτισε ιερό ναό προς τιμήν του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Εκεί κτίσθηκαν και κελιά όπου διέμεναν η Ξένη, οι δύο θεραπαινίδες και λίγες άλλες παρθένες. Η Οσία Ξένη, αφού διήλθε την ζωή της θεοφιλώς και οσίως, κοιμήθηκε με ειρήνη. Όταν παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Θεό, ενώ ο ήλιος φώτιζε την γη, φάνηκε στον ουρανό Σταυρός, που τον σχημάτιζαν αστέρες. Τουν ουράνιο αυτό Σταυρό τον περιέκλειε χορός αστέρων, σαν να ήταν, καθώς φαίνεται, στεφάνι της Οσίας Ξένης, με το οποίο την επιβράβευε ο Θεός για τις νηστείες της, τις αγρυπνίες της και την αγνότητα του σώματος και της ψυχής.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας (20 Ιανουαρίου)


Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375-383 μ.Χ.). Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. ’τεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού στο οποίο και κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση. Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων. Από τη Μελιτηνή ο Όσιος μετέβη, περί το 406 μ.Χ., στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο δε πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί από τους Σαρακηνούς πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου απλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους. Ο Μέγας Ευθύμιος με την αγιότητα του βίου του συνετέλεσε στο να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια πολυάριθμοι αιρετικοί, όπως Μανιχαίοι, Νεστοριανοί και Ευτυχιανοί, που απέρριπταν τις αποφάσεις της Δ Οικουμενικής Συνόδου. Παντού, στην Αίγυπτο και τη Συρία, επικρατούσαν οι Μονοφυσίτες. Στην Παλαιστίνη όμως, χάρη στην παρουσία του Αγίου Ευθυμίου και των μαθητών του, επικράτησε η Ορθοδοξία. Και όταν ο Όσιος συνάντησε την βασίλισσα Ευδοκία, η οποία είχε περιπλακεί στα δίκτυα της αιρέσεως των Μονοφυσιτών, τόσο πειστικά και ακαταμάχητα μίλησε προς αυτήν, ώστε την απέδωκε στα ορθόδοξα δόγματα. Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας είχε λάβει από τον Θεό το προορατικό χάρισμα και τη δύναμη της θαυματουργίας. Με ελάχιστα ψωμιά κατόρθωσε να χορτάσει τετρακόσιους ανθρώπους, που κάποτε την ίδια μέρα τον επισκέφθηκαν στο κελί του. Πολλές γυναίκες που ήταν στείρες, όπως και η δική του μητέρα, με τις προσευχές του Αγίου απέκτησαν παιδί και έζησαν την χαρά της τεκνογονίας. Και όπως ο Προφήτης Ηλίας, έτσι και αυτός προσευχήθηκε στον Θεό και άνοιξε τις πύλες του ουρανού και πότισε με πολύ βροχή τη διψασμένη γη, η οποία και αναζωογονήθηκε και έδωσε πλούσιους τους καρπούς της. Ενώ κάποτε τελούσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, οι πιστοί είδαν μία δέσμη φωτός που ξεκινούσε από τον ουρανό και κατερχόταν μέχρι τον Άγιο. Το ουράνιο αυτό φως, παρέμεινε μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία και δήλωνε την εσωτερική καθαρότητα και λαμπρότητα του Αγίου. Επίσης, σημάδι της αγνότητας και της αγιότητάς του αποτελούσε και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος προσερχόταν να κοινωνήσει με καθαρή ή σπιλωμένη συνείδηση. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 473 μ.Χ., σε ηλικία 97 ετών, επί βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ.Χ.). Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Άγιος Κυρίλλος πατριάρχης Αλεξανδρείας (18 Ιανουαρίου)


Έζησε επί αυτοκρατορίας Θεοδοσίου του Μικρού. Ανιψιός του πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου και κάτοχος μεγάλης θεολογικής και φιλολογικής μόρφωσης, διαδέχθηκε το θείο του στον πατριαρχικό θρόνο. Προήδρευσε στη Γ’ Οικουμενική Σύνοδο το 431 στην Έφεσο, οι αποφάσεις της οποίας καταδίκασαν τις κακοδοξίες του αιρετικού Νεστόριου σχετικά με το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ήταν παράδειγμα αρετής και άσκησης σε όλη τη διάρκεια του βίου του.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής (Λουκ. 17, 12)

Ο Ιησούς και οι δέκα λεπροί

Ένα θαύμα, αγαπητοί, ένα θαύμα βλέπουμε στο Ευαγγέλιο της ΙΒ' Κυριακής του Λουκά. Βλέπουμε ένα θαύμα, πούνε συγχρόνως και μία διδασκαλία. Είναι το θαύμα της θεραπείας των 10 λεπρών. Αλλά προς αυτούς τους 10 λεπρούς παραβάλλονται όλοι οι άνθρωποι. Πραγματικά λεπροί εκείνοι οι 10 δυστυχισμένοι άνθρωποι. Συμβολικά λεπροί όλοι οι άνθρωποι, ή μάλλον ψυχικά λεπροί. Λεπροί με λέπρα χειρότερη απ’ τη λέπρα τη σωματική, που είχαν οι άνδρες του Ευαγγελίου και όλοι οι χανσενικοί όλων των εποχών.
Οι δέκα λεπροί κι ο Χριστός είναι τα πρόσωπα του θαύματος. Ας δούμε τη στάση των 10 λεπρών μπροστά στο Χριστό! Ποια ήταν αυτή η στάση; Δεν ήταν μία η στάση. Τέσσερις στάσεις βλέπουμε ν’ αλλάζουν οι λεπροί. Αλλά κι όλοι οι άνθρωποι μπροστά στο Χριστό παίρνουν, πρέπει να παίρνουν, αυτές τις στάσεις των 10 λεπρών. Ας δούμε αυτές τις τέσσερις στάσεις, όπως φωτογραφίζονται μέσα στο Ευαγγέλιο.

1. Συναίσθηση 2. Κραυγή ικεσίας 3. Υπακοή 4. Ευγνωμοσύνη

Κάποτε ο Κύριός μας περνούσε ανάμεσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία. Έξω από τα σύνορα αυτών των περιοχών, πεταμένοι από τους υγιείς, ζούσαν από κοινού δέκα λεπροί, από τους οποίους ο ένας ήτανε Σαμαρείτης. Αν και οι Ιουδαίοι δεν επικοινωνούσαν με τους Σαμαρείτες, εν τούτοις, η λέπρα τους είχε ενώσει. Πέρα από τις διάφορες κοινωνικές διακρίσεις, είναι κάτι που ενώνει όλους τους ανθρώπους, και αυτό είναι η αμαρτία. Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, ευγενείς και λαϊκοί, μα αμαρτωλοί, που έχουν ανάγκη σωτηρίας. Σαν είδαν, λοιπόν, οι λεπροί αυτοί τον Ιησού να περνάει από τα σύνορά τους, χωρίς να πλησιάσουν, από απόσταση φώναξαν: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Η μια και μεγάλη ανάγκη που έχουν άτομα, οικογένειες και έθνη, και η γη μας ολόκληρη, είναι το έλεος του Θεού. Για να αποκτήσεις αυτό το έλεος του Θεού, είναι ανάγκη να φωνάξεις σαν τη Χαναναία, σαν τον τυφλό, σαν το ληστή στο Σταυρό. Όσο και να νιώθεις την κατάντια σου και να λυπάσαι γι' αυτήν, δεν θα κερδίσεις τίποτα, αν δεν πέσεις στα γόνατα, και δε ζητήσεις με ζωντανή φωνή το έλεος του Θεού. Υπάγετε και δείξατε εαυτούς εις τους ιερείς. Έτσι τους απάντησε ο Κύριος και πιο παράξενη εντολή δεν μπορούσε να γίνει. Και όμως αυτοί, με πίστη στα λόγια του Κυρίου, ξεκινήσανε να πάνε να δείξουνε τον εαυτό τους στους ιερείς και να πάρουνε το πιστοποιητικό της αποθεραπείας και ελευθεροκοινωνίας σύμφωνα με το Νόμο. Μα όταν ξεκίνησαν και ενώ ακόμα πορεύονταν, εξακολουθούσαν να είναι λεπροί. Πιο πετυχημένο παράδειγμα πίστης δεν μπορούσε να γίνει. Στο δρόμο όμως, στην πορεία της πίστης τους, πραγματοποιήθηκε ο καθαρισμός. Και κάθε άνθρωπος, που με πίστη στις επαγγελίες του Κυρίου πορεύεται, θα δει στη ζωή του τα μεγαλεία του Θεού. Μόλις είδαν τον καθαρισμό τους, ο ένας, αντί να συνεχίσει το δρόμο μαζί τους, γύρισε πίσω, να ευχαριστήσει τον Σωτήρα του, και έπεσε στα γόνατα και Τον προσκύνησε. Τότε ο Ιησούς του είπε: Οι δε εννέα πού είναι; Από τους δέκα, ο ένας μονάχα γύρισε, και αυτός ήτανε ο Σαμαρείτης. Μα το παράπονο του Κυρίου μας για την αγνωμοσύνη των άλλων, είναι τόσο φανερό μέσα στα λόγια Του αυτά. Κάθε πιστό παιδί, που δοκίμασε τη λυτρωτική δύναμη του Κυρίου στη ζωή του και καθαρίστηκε από την πνευματική λέπρα, την αμαρτία, πρέπει να ευχαριστεί τον Κύριο για το θαύμα αυτό στη ζωή του. Ο Θεός σου καθάρισε τις αμαρτίες, για να αποκτήσεις κοινωνία μαζί Του. Ναι, σε θέλει κοντά Του, γιατί σε αγαπά.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας(18 Ιανουαρίου)



Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας (εορτή Αθανάσιος, Αθανασία): Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά το έτος 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από Χριστιανούς γονείς. Έτυχε επιμελημένης εκπαιδεύσεως φιλοσοφικής και θεολογικής. Κατά τη νεανική του ηλικία συνδέθηκε με τον Μέγα Αντώνιο και ασκήτευσε μαζί του στην έρημο. Στην αρχή χειροθετήθηκε αναγνώστης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και το 318 μ.Χ. ήταν ήδη διάκονος. Το έτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τον γέροντα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στη Νίκαια, όπου συγκλήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος, «του χορού των διακόνων ηγούμενος». Εκεί, χάρη στη μόρφωσή του και μάλιστα στη θερμουργό και ακλόνητη πίστη του, αναδείχθηκε ένας από τους θαρραλέους αγωνιστές κατά της αιρέσεως του Αρείου. Μάλιστα δε, όπως αποφάνθηκε η εν Αλεξανδρεία Σύνοδος του 399 μ.Χ., κυρίως ο Αθανάσιος «την νόσον του Αρειανισμού έστησεν». Κανένας, ίσως, άλλος από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, της περιόδου εκείνης, δεν αντιμετώπισε τόσο σπουδαία εκκλησιαστικά και θεμελιώδη προβλήματα της Εκκλησίας, όπως ήταν τα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οικουμενικής Συνόδου κ.α. Η φήμη του Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας, ώστε μετά από λίγο, όταν πέθανε ο γέροντας Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος (κοιμήθηκε 17 Απριλίου 328 μ.Χ.), εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας πιθανότατα τον ίδιο χρόνο. Ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τα 46 έτη της αρχιερατείας του, υπήρξε ο στύλος της Εκκλησίας και ο κατ εξοχήν Πατήρ της Ορθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιηγούμενος την επαρχία του, μετέβη στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Κάτω Αίγυπτο για να δει από κοντά τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο τον υποδεχόταν παντού με ενθουσιασμό. Εγκαθιστούσε στις διάφορες πόλεις άξιους και ικανούς Επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Φρουμέντιο (τιμάται 30 Νοεμβρίου), τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο Αξώμης. Όμως, οι Αρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές και οχλήσεις στον Άγιο, τον οποίο συκοφαντούσαν. Ο Άγιος εξορίστηκε πέντε φορές και διήλθε περισσότερα από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του στην εξορία. Εσύρθη κατ επανάληψη από τους Αρειανούς ενώπιον Συνόδων και καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε από αυτοκράτορες, υπέφερε ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες και στερήσεις, είδε πολλούς από τους συνεργάτες του να υποκύπτουν στις πιέσεις και την βία των Αρειανών και τον Επίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352-366 μ.Χ) να υπογράψει αρειανικό όρο πίστεως, για να αποφύγει την εξορία. Ήλθαν στιγμές, κατά τις οποίες ο χριστιανικός κόσμος φαινόταν αντίθετος προς τον Άγιο, αλλά αυτός ποτέ δεν κάμφθηκε και αγωνιζόταν για την αλήθεια. Αφορμή για τις διώξεις κατά του Αγίου, έδωσε η άρνησή του να αποκαταστήσει στην εκκλησιαστική κοινωνία τον υπό της Α Οικουμενικής Συνόδου καθαιρεθέντα ’ρειο, ο οποίος παρουσιαζόταν υποκριτικά ως αποδεχόμενος την ορθόδοξη διδασκαλία. Όταν ο ’ρειος ανακλήθηκε από την εξορία υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. ομολογία πίστεως, στην οποία απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τις αρειανικές εκφράσεις. Ο Άγιος Αθανάσιος είδε την απάτη και το δόλο του Αρείου και αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί σε κοινωνία τον ’ρειο παρά τη διαταγή του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την άρνηση του Αγίου, οι εχθροί του άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά τον κατ αυτού αγώνα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αν και τιμούσε τον Άγιο Αθανάσιο για το ήθος και το θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά από τις συνεχείς εναντίον του μηχανορραφίες των Αρειανών και διέταξε τη σύγκλιση Συνόδου στην Καισάρεια, το 335 μ.Χ., με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών κατά του Αθανασίου. Η Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης. Ο Αθανάσιος συνήλθε στη Σύνοδο, στην οποία παρέστησαν 60 Αρειανοί Επίσκοποι. Οι κατηγορίες δεν ήταν δυνατόν να σταθούν παρά τα εφευρήματα των αιρετικών. Επειδή, όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι εχθροί του Αθανασίου ζητούσαν να τον φονεύσουν, οι άνθρωποι του βασιλέως, που είχαν επιφορτισθεί την τήρηση της τάξεως και της ειρήνης, τον φυγάδευσαν κρυφά. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, ο οποίος λόγω των διαβολών, αρνήθηκε να τον δεχθεί σε ακρόαση και διέταξε την εξορία του στη Γαλατία. Επανήλθε στην έδρα του μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλην όμως και πάλι οι εχθροί του άρχισαν τις κατ αυτού διαβολές και συκοφαντίες. Τότε ο Αθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, το 339 μ.Χ στην οποία έλαβαν μέρος 100 Επίσκοποι. Οι εχθροί του τότε, συγκρότησαν αρειανική Σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία τον καθαίρεσε και όρισε ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Ευσέβιο τον Εμισηνό, αντ αυτού δε, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκλογή, τον Καππαδόκη Γρηγόριο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια διά της βίας μετά την απομάκρυνση του Αγίου Αθανασίου. Τότε ο Άγιος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ευρίσκονταν και άλλοι εξόριστοι ιερείς και Επίσκοποι. Εκεί, τον δέχθηκαν όλοι με τιμή και αναγνώρισαν τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο Πάπας Ιούλιος Συγκάλεσε, το έτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, η οποία αναγνώρισε τον Άγιο Αθανάσιο ως κανονικό Επίσκοπο Αλεξανδρείας και τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες των εχθρών του. Όταν το 345 μ.Χ. πέθανε ο Αλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν υποδείξεως του Κώνσταντος, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ανακάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από την εξορία. Ο Άγιος επέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά από το ποίμνιό του. Αλλά και αυτή τη φορά μόνο για λίγο έμεινε αδιατάρακτος στην έδρα του, διότι μετά την δολοφονία του Κώνσταντος, το έτος 350 μ.Χ., ο Κωνστάντιος, πεισθείς σε νέες διαβολές και πιέσεις των φίλων των Αρειανών, καταδίκασε συνοδικώς τον Άγιο Αθανάσιο. Απέστειλε μάλιστα και στρατιώτες, για να τον συλλάβουν την νύκτα της 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ενώ τελούσε παννυχίδα με πλήθος πιστών στο Ναό του Αγίου Θεωνά. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε έξι χρόνια, παρακολουθώντας τις κινήσεις και ενέργειες των Αρειανών και στηρίζοντας τους κλονιζόμενους Χριστιανούς. Τέλος, επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) μπόρεσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια και να συγκροτήσει Σύνοδο η οποία αποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία των αγώνων της Ορθοδοξίας κατά του Αρειανισμού. Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και επί αυτοκράτορα Ουάλη, που εξόρισε τον Άγιο. Φοβούμενος όμως εξέγερση του λαού της Αλεξανδρείας, αναγκάσθηκε να ανακαλέσει τον Άγιο από την εξορία. Αγωνιζόμενος για την ορθόδοξη πίστη μέχρι το τέλος του βίου του, κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σε ηλικία 75 ετών, αφού κατεκόσμησε το θρόνο της Αλεξανδρείας. Η Εκκλησία πολύ νωρίς του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Πατρός αυτής. Είναι εκείνος που διαισθάνθηκε και αντιλήφθηκε άριστα τις λεπτεπίλεπτες σχέσεις αλληλεξαρτήσεως των επί μέρους αληθειών της πίστεως, οι οποίες στη σκέψη του αποτελούν τμήματα μιας και της αυτής αλήθειας, ώστε η πλάνη περί την μία επί μέρους αλήθεια, να συνεπάγεται αναπότρεπτα την ανατροπή ολόκληρου του συστήματος της χριστιανικής διδασκαλίας και την δημιουργία αιρέσεως. Αλλά ο Άγιος και με τον καθόλου βίο του, απέδειξε το ενάρετο και το ευσεβές του ήθους αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε το όνομά ου να αποβεί ταυτόσημο προς την αρετή. Γι αυτό λέγει επιγραμματικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : «Αθανάσιον επαίνων, αρετήν επαινέσομαι, ταύτον γαρ εκείνόν τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι». Ο Άγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεί ότι ο Μέγας Αθανάσιος έγινε κατεξοχήν δέκτης του θείου φωτισμού, έφθασε σε ύψος βιβλικών προσώπων και ίσως μάλιστα κάποια από αυτά να υπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ενώθηκε και έγινε ένα με το θείο φως. Και έτσι μόνο κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής του.

Άγιος Αντώνιος ο Νέος Όσιος

Όσιος Αντώνιος ο νέος και θαυματουργός ο εν τη Σκήτη της Βέροιας άσκήσας καταγόταν από τη Βέροια της Μακεδονίας και γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και ενάρετους.
Είχε μεγάλο ερωτά στον ασκητισμό και νέος ακόμα πήγε στη Μονή της Περαίας, πού τότε ήταν σε μεγάλη ακμή.
Εκεί έγινε μοναχός, τύπος και κανόνας αρετής σ’ όλη την αδελφότητα.
Αργότερα, με την άδεια του ηγουμένου του, αποχώρησε από τη Μονή για άσκηση υψηλότερης πνευματικής ζωής. Εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά παραπλεύρως του κοντινού ποταμού.
Έκει για 50 χρόνια μόνος πέρασε με προσευχή και άσκηση, και έκεί τελικά πέθανε ειρηνικά, άταφος.
Κατά τύχη όμως, κάποιοι κυνηγοί πού περνούσαν από κει, οδηγούμενοι από τα σκυλιά τους, βρήκαν το άγιο λείψανο του μέσα στη σπηλιά.
Τότε ο αρχιερέας του τόπου μαζί με το λαό, το περισυνέλεξαν και με ευλάβεια το μετέφεραν στη Βέροια, οπού και έκτισαν ναό στ’ όνομα του, πού σώζεται μέχρι σήμερα.
Στή σπηλιά δε, έκτισαν σκήτη, στ’ όνομα του Τιμίου Προδρόμου, όπου συγκέντρωσε πολλούς μοναχούς.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Μεγάλη επιτυχία του eisagios



Στις 15 Νοέμβριου 2008 ξεκινήσαμε δειλά δειλά το blog μας το αγαπημένο σας πλέον eisagios
Σήμερα μετά από δυο μήνες βλέπουμε την αγάπη σας για την
Ορθόδοξη Εκκλησία
Μέσα από την Ζωή Του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
Την αγάπη της Παναγίας μητέρας Του
και τα Μαρτυρία των Αγίων μας
Αντλούμε τη δύναμη να συνεχίσουμε όσο μπορούμε καλυτέρα
nikolaos

Ο Όσιος Αντώνιος ο Μέγας (17 Ιανουαρίου)


Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε περί το 251 μ.Χ. στην πόλη Κομά της ’νω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από γονείς ευλαβείς και εύπορους. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) και Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.) μέχρι και την εποχή του ευσεβούς αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Από την παιδική του ηλικία ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, «μόνοις δε οις εύρισκεν ηρκείτο και πλέον ουδέν εζήτει». Σε νεαρή ηλικία, περίπου 20 ετών, έχασε τους γονείς του. Έξι μήνες μετά την κοίμηση των γονέων του, άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή του πλουσίου νεανίσκου, στην οποία αναφέρεται, ότι ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο : «πώλησον τα υπάρχοντά σου και δος πτωχοίς». Τόση μεγάλη εντύπωση προξένησε η Ευαγγελική αυτή προτροπή στην ψυχή του Αντωνίου, ώστε αμέσως διένειμε τα υπάρχοντά του στους πτωχούς και ενδεείς, αφού φύλαξε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρηση αυτού και της μικρής του αδελφής, την οποία φρόντισε να παραδώσει σε Χριστιανές νέες παρθένους που είχαν αφιερωθεί στη χριστιανική αρετή, βέβαιος ότι κοντά τους θα είναι κατά πάντα ασφαλής. Από τότε ο Άγιος Αντώνιος άρχισε να ζει ασκητικό βίο, εργαζόμενος αδιάκοπα και υποβαλλόμενος σε αυστηρή νηστεία, για να κατανικήσει τους πειρασμούς της σάρκας, αγρυπνώντας ολόκληρη τη νύχτα και τρώγοντας ελάχιστα. Στη συνέχεια απήλθε σε τόπο έρημο και μακρινό όπου υπήρχαν μνήματα και αφού εισήλθε σε ένα από αυτά έκλεισε τη θύρα. Η τροφή του ήταν ελάχιστη και του την πήγαινε σε καθορισμένες ημέρες ένας συνασκητής του. Εκεί υπερνίκησε, με τη χάρη του Θεού, νέους πειρασμούς. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανένα παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια ασκήσεως και αφού έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειώσεως, εμφανίσθηκε στον κόσμο και τότε άρχισαν να συρρέουν περί αυτόν πολλοί που τον θαύμαζαν ως ασκητή και θαυματουργό. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν. Το γεγονός αυτό είναι πολύ θαυμαστό, αφού μια τέτοια δυνατότητα είναι γνώρισμα μόνο νοερής και ασώματης φύσεως. Το έτος 311 μ.Χ., κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.), κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους πιστούς, τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες. Όταν έπαυσε ο διωγμός, ο Όσιος επανήλθε στην έρημο, αλλά επειδή αισθανόταν ενοχλημένος από την παρουσία πολλών, που πήγαιναν για να τον συναντήσουν, έφυγε από εκεί και ήλθε σε τόπο έρημο, ο οποίος βρισκόταν σε όρος ψηλό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Και εκεί όμως προσέρχονταν πολλοί για να λάβουν την ευλογία του, να διδαχθούν και να θεραπευθούν. Θεράπευσε δε τους ασθενείς «ου προστάζων, αλλ ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων». Η φήμη του Οσίου Αντωνίου έφθασε μέχρι τους βασιλείς, τόσο ώστε ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι υιοί του, Κωνστάντιος και Κώνστας, έγραφαν σε αυτόν, σαν να ήταν πατέρας τους και τον παρακαλούσαν να τους απαντήσει. Κατά την διάρκεια του ασκητικού του βίου ποτέ δεν άλλαξε ένδυμα και ποτέ δεν ένιψε το σώμα ή τα πόδια του με νερό. Ο Όσιος, αν και αγράμματος στην ανθρώπινη σοφία, ήταν σοφός κατά Θεόν. Είχε λόγο «ηρτυμένον τω θείω άλατι και χαρίεντα». Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι, επειδή απέχουν από τα κοσμικά αγαθά, στερούνται κάτι αξιόλογο. Το να αφήνει κανείς τα επίγεια αγαθά είναι σαν να καταφρονεί μια δραχμή από χαλκό, για να κερδίσει εκατό χρυσές. Δεν πρέπει, έλεγε, να λησμονάμε ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος προς το μέλλοντα αιώνα. Γι αυτό δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών, τα οποία δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, δηλαδή της φρονήσεως, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, της ανδρείας, της συνέσεως, της αγάπης. Ο Μέγας Αντώνιος, αφού έζησε εκατόν πέντε έτη, κοιμήθηκε οσίως το 356 μ.Χ. Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που μόναζαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ιερά Μονή Γενεσιού Της Θεοτόκου Δαμάστας


Ιερά Μητρόπολης Φθιώτιδος

Ιερά Μονή Γενεσιού Της Θεοτόκου Δαμάστας

Ηγουμ. Ιωάννα Χριστοφόρου (μον. 12)

Στίς βορεινές πλαγιές του Καλλίδρομου όρους σέ υψόμετρο 740 μ., 23 χιλιόμετρα μακρυά από τήν Λαμία είναι κτισμένο τό Μοναστήρι της Δαμάστας, μεταβυζαντινό κτίσμα. Τό τοπίο της Μονής είναι απαράμιλλο σέ φυσική ομορφιά καί μαγευτική θέα. Πολλές οι εκδοχές γιά τήν προέλευση του ονόματος της Μονής, επικρατέστερη φαίνεται όμως η εκδοχή ότι προέρχεται από τό "δαμάστρα". Η Παναγία δαμάζει τόπόνο καί τά πάθη. Τό Μοναστήρι κάηκε πρίν από τά χρόνια της Επαναστάσεως του 1821. Ο ναός σώζεται ακέραιος σχεδόν καί εχει ιστορηθεί τό 1818, είναι δέ σταυροειδής μετά τρούλλου. Τήν αγιογράφηση του Καθολικού ανέλαβε δι΄ εξόδων του ο αγωνιστής της Επαναστάσεως Ιω. Δυοβουνιώτης όπως μαρτυρεί σωζόμενη άνωθεν της εισόδου του Καθολικού επιγραφή:
" Ιστορήθη ο παρών θείος καί ιερότατος ναός
της θείας καί Ιερας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου
διά συνδρομής του Πανεντιμοτάτου
Κυρίου Καπετάν Δυοβουνιώτου Αρχιερατεύοντος
του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Ζητουνίου Κυρίου Κου Θεοφάνους
εν έτει 1818 Δεκεμβρίου 15 χείρ Γεωργίου".
Ούτε η ιστορία ούτε η τοπική παράδοση μνημονεύει τόν κτίτορα η τό έτος ανιδρύσεως του μοναστηριού. Εκτός από τό καθολικό όλα τά άλλα κτίσματα είναι των τελευταίων δεκαετιών. Είναι ένα επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα στό οποίο ξεχωρίζουν, ο μεγαλοπρεπής ξενώνας, τό κωδωνοστάσιο, η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου, τό ηγουμενείο, τό αρχονταρίκι καί ο προαύλιος χώρος μέ τήν εξέδρα τίς κρήνες καί τό παρεκκλήσιο των Αγίων Κωνσταντίνου καί Ελένης δωρεά του ζεύγους Δημητρίου καί Ελένης Καραγκούνη.
δωρεά του ζεύγους Δημητρίου καί Ελένης Καραγκούνη.
Ο ναός είναι άγνωστο πότε κτίσθηκε, έχει τή μορφή σταυρικής βασιλικής μετά τρούλλου, οκτάπλευρος συμμετρικός. Η εικόνα της Παναγίας είναι θαυματουργή, έργο του 16ου αιώνα, φέρει επένδυση επάργυρη του 19ου αιώνος (1892). Τό Μοναστήρι έλαβε μέρος στήν επανάσταση καί πολλοί μοναχοί του έπεσαν στά πεδία των μαχών. Στήν προσφορά της Μονής κατά τούς χρόνους της Επαναστάσεως του 1821 αναφέρεται η εγγχάρακτος επιγραφή πού υπάρχει στό προαύλιο της Μονης καί αναφέρει:
"Η ΙΕΡΑ ΑΥΤΗ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΤΗΣ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΔΑΜΑΣΤΑΣ ΔΙΕΔΡΑΜΑΤΙΣΕ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΑΤΟΝ ΡΟΛΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ
ΤΟΥ 1821 ΠΕΡΙΘΑΛΨΑΣΑ ΤΟΝ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΝ ΓΙΑΝΝΗΝ
ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΘΕΝΤΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ
ΤΗΣ ΧΑΛΚΟΜΑΤΑΣ ΕΝΙΣΧΥΣΑΣΑ ΠΑΝΤΟΙΟΤΡΟΠΩΣ
ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΝ ΔΙΑΚΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΣ ΤΟΥ
ΣΥΧΝΑΚΙΣ ΚΑΤΑΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΕΙΣ ΑΥΤΗΝ
ΘΥΣΙΑΣΑΣΑ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟΝ ΑΥΤΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΝΕΟΦΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ
ΤΗΣ ΑΛΑΜΑΝΑΣ ΚΑΙ ΠΥΡΠΟΛΗΘΕΙΣΑ ΥΠΟ
ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΣΥΛΟΝ ΤΩΝ ΔΙΩΚΟΜΕΝΩΝ
ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΠΑΝΤΩΝ ΤΟΥΤΩΝ ΚΑΙ
ΑΙΩΝΙΟΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΝ ΑΝΗΡΤΗΤΑΙ
Η ΠΛΑΞ ΑΥΤΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΤΟΥ ΤΗΝΙΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 2001"
Τό 1833 διελύθη η Μονή χάνοντας καί τήν περιουσία της. Επανιδρύθηκε καί μετατράπηκε σέ γυναικεία τά τελευταία χρόνια. Σήμερα είναι ένα ακμάζον πνευματικό κέντρο.
Εορτάζει τήν 8η Σεπτεμβρίου. Τηλ. 2231.0.81304.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Η Θαυματουργή Αγία Εικόνα της Παναγίας «Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ»



Έχει Αγιογραφηθεί τον 19ο αιώνα Θαυματουργικώς. Φέρει χρονολογία 1870 και έχει το εξής ιστορικό:

Υπήρχε τον καιρό εκείνο μία αγιογράφος Μοναχή ονόματι Τατιανή, της Ρωσικής Ιεράς Μονής της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, που βρίσκεται στους πρόποδες του απέναντι της Ιερουσαλήμ Όρους των Ελαιών.

Είδε δε η Τατιανή καθώς κοιμόταν το εξής Όραμα: Είδε ότι την επισκέφθηκε στο κελλί της μία άγνωστη Μοναχή, η οποία της είπε: «Αδελφή Τατιανή, ήλθα να με ζωγραφίσεις».
Η Τατιανή απάντησε: «Ευλόγησον, αδελφή, αλλά εγώ είμαι αγιογράφος και όχι ζωγράφος». Και η Επισκέπτρια της λέγει: «Τότε να με αγιογραφήσεις».
Η Τατιανή εξεπλάγη με το θάρρος της ξένης και απεκρίθη: «Δεν έχω ξύλο (σανίδι), πού να σε ζωγραφίσω;».

Και τότε η Επισκέπτρια Μοναχή της δίδει ένα σανίδι αγιογραφήσεως και λέγει: «Ζωγράφισε»! Αλλά ενώ ζωγράφιζε η Τατιανή την Μοναχή, είδε τα Άμφιά Της να γίνονται χρυσά, το Πρόσωπό Της να λάμπει πολύ, και Την άκουσε να λέγει: «Ω μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, θα με αγιογραφήσεις πάλι εσύ».

Η Τατιανή αντελήφθη ότι αγιογραφούσε την Παναγία! Εταράχθη και ξύπνησε. Αμέσως έσπευσε στην Ηγουμένη και της διηγήθηκε το Όραμα. Η Ηγουμένη δυσπίστησε και της είπε να πάει να κοιμηθεί και αύριο να αγιογραφήσει μία Εικόνα της Παναγίας.

Καθώς όμως επέστρεφε, είδε να βγαίνει από το κελλί της φως και αισθάνθηκε ευωδιά! Τότε ειδοποίησε την Ηγουμένη και μαζί εισήλθαν στο φωτεινό και ευωδιάζον κελλί, όπου είδαν εκπληκτικότερο Θαύμα. Η Εικόνα του Οράματος βρισκόταν μέσα στο κελλί πραγματική, Αχειροποίητη! Η Αγία αυτή Εικόνα της Παναγίας!

Μετά από όλα αυτά, παρουσιάζεται πάλι η Παναγία στη Μοναχή και λέγει: «Να με κατεβάσετε κάτω στο σπίτι μου, στη Γεθσημανή». Πράγμα που έγινε.

Από τότε η Αχειροποίητη Αγία Εικόνα της Παναγίας «Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ», βρίσκεται στο Ιερό Προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος της Γεθσημανής και Θαυματουργεί.

Και τις τρεις φορές που πλημμύρισε ο Ιερός Ναός στη Γεθσημανή, η Εικόνα ανέβηκε μόνη Της από τον μαρμάρινο θρόνο που βρίσκεται και στάθηκε στο σύστημα εξαερισμού, χωρίς να στηρίζεται πουθενά! Τα Θαύματά Της είναι αναρίθμητα, όπου και αν πήγε.