Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

Η Βασίλισσα στον Θρόνο Της

.

.
Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.
Μέσα απ΄αυτές τις σελίδες που ακoλουθούν θέλω να μάθει όλος ο κόσμος για Τους Αγίους, τις Εκκλησιές και τα Μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Μπορείτε να μου στείλετε την Ιστορία του Ναού σας ή του Μοναστηρίου σας όπως και κάποιου τοπικού Αγίου/ας της περιοχής σας nikolaos921@yahoo.gr

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Θεσσαλονίκης
κάνετε κλικ στην φωτογραφία

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.

1.Σεβασμιώτατε, στον τίτλο της μελέτης σας χρησιμοποιείτε τον όρο «ιδιοπροσωπία». Ποια συγκεκριμένα πνευματικά, γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά διαμόρφωσαν την ιδιοπροσωπία του ελληνικού λαού της Μακεδονίας ανά τους αιώνες και πώς αυτά τα χαρακτηριστικά συνέβαλαν στη διατήρηση της ιστορικής και πολιτισμικής του συνέχειας, παρά τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισε;

   Πρωτίστως θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνετε να παραχωρήσω αυτήν την συνέντευξη.

   Η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού είναι αυτό ακριβώς το οποίο αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ελληνικού πολιτισμού έναντι άλλων λαών και εθνών του δυτικού πολιτισμού και ο οποίος διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες από την εποχή των Ελλήνων φιλοσόφων, του χριστιανικού ιδεώδους και της συνύπαρξης με τους άλλους λαούς της Ανατολής και Δύσης, γι’ αυτό και ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός είναι αποτέλεσμα μιάς συνάντησης, του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, μέσα απο την οποία τελικά προσδιορίζονται και τα στοιχεία αυτής της ιδιοπροσωπίας, τα οποία καθορίζονται από την διαχρονία της ελληνικής γλώσσας, την ελληνική ιστορία και το νέο πολιτιστικό γέννημα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ο οποίος βεβαίως δεν ταυτίζεται με κάποιο ανάλογο, το οποίο δημιούργησε ένα πολιτικό μόρφωμα μιας συγκεκριμένης περιόδου.

  1. Ποιοί ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν και εδραίωσαν το λεγόμενο μακεδονικό ζήτημα;

   Πρώτος παράγοντας σ’ αυτήν την εθνική αποδυνάμωση των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών της μακεδονικής γής ήταν ο τουρκικός διεκδικητισμός και επεκτατισμός για τον οποίο κατεβλήθηκαν προσπάθειες ώστε να διατηρηθεί ως status στην μακεδονική γη. Παράλληλα, ακολουθώντας οι Τούρκοι  συνειδητά μία συγκεχυμένη και διασπαστική πολιτική οδηγούσαν τις εξελίξεις στην εφαρμογή μιάς διασπαστικής πολιτικής με σκοπό την αποδυνάμωση των χριστιανικών λαών και εθνοτήτων και κυρίως του ελληνικού χριστιανικού στοιχείου, επειδή αντιλαμβάνοταν την ουσιαστική ισχύ του κυρίως στον πολιτισμό και στην οικονομική δραστηριότητα αλλά και την κυριαρχία του σε ολόκληρη την περιοχή.

   Δεύτερος παράγοντας ήταν η ασαφής στάση ή η έλλειψη συμπαραστάσεως έναντι των Ελλήνων μακεδόνων αγωνιστών της επίσημης ελληνικής πολιτικής, με σκοπό την μη διατάραξη των «αγαθών» ελληνοτουρκικών σχέσεων, γιαυτό και η επίλυση του όλου Μακεδονικού ζητήματος προσέκρουε μόνιμα στα αντικρουόμενα πολιτικά συμφέροντα της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Σερβίας.

   Τρίτος παράγοντας η διαμάχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την επίσημη ελληνική πολιτική, ως προς τον χειρισμό του όλου θέματος. Το Πατριαρχείο, σύμφωνο προς τον πανορθόδοξο και οικουμενικό του χαρακτήρα, δεν μπορούσε να υπακούσει στις πολιτικές παρεμβάσεις και υποδείξεις των αθηνοκεντρικών κυβερνήσεων και να αποτελέσει όργανο άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

   Τέταρτος παράγοντας ο ρόλος της ρωσικής πολιτικής, η οποία με την φιλοσερβική στάση της ασκούσε πιέσεις προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο με σκοπό την εδραίωση των σερβικών διεκδικήσεων, γεγονός το οποίο προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ελληνικού στοιχείου. Η Σερβία, αν και θα μπορούσε να αποτελέσει το ανάχωμα και τον φραγμό στην αναπτυσσόμενη και εξελισσόμενη πανσλαβική διείσδυση εντούτοις εστράφη τελικά προς την Ρωσία, επειδή δεν της αναγνωρίζετο από τους Έλληνες ο πρωταγωνιστικός και καθοριστικός ρόλος στην ευρύτερη περιοχή τον οποίον μάλιστα επεδίωκε.

   Τελικά το Μακεδονικό ζήτημα επιβεβαίωσε: α) τον υποφώσκοντα βουλγαρικό εθνοφυλετισμό, τον οποίο στήριξε η Υψηλή Πύλη με την αναγνώριση και νομιμοποίηση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, δίνοντας τη συγκατάθεσή της για τον διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στην Αχρίδα, στα Σκόπια, στα Βελεσά και στο Νευροκόπι, και β) την κάλυψη της τουρκικής κυριαρχίας τον σερβικό αλυτρωτισμό και τον αλβανικό επεκτατισμό.

   Απέναντι σ’ όλα αυτά τα διεκδικητά κινήματα ο Ελληνισμός της Μακεδονίας προσπάθησε να αντισταθεί με καθαρά αμυντικό σκοπό και όχι με επεκτατικό  ορίζοντα.

   Αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους, που ήταν χρόνια σκλαβωμένη, προφυλάχθηκε και αφετέρου από τους γείτονές της, που την διεκδικούσαν και την ήθελαν δική τους και εργάστηκε σκληρά για την εθνική υπόστασή του καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες για την δικαίωσή του.

   Ο αμυντικός χαρακτήρας του Μακεδονικού αγώνα φάνηκε καθαρά από την πρώτη στιγμή, αφού απέβλεπε αφενός στην προστασία και στην απελευθέρωση του ελληνικού στοιχείου του μακεδονικού χώρου, εξαιτίας των βουλγαρικών και τουρκικών πληγμάτων, και αφετέρου στη διατήρηση της εθνικής του συνείδησης με οποιαδήποτε θυσία.

   Σ’ αυτόν τον αμυντικό-πατριωτικό και όχι εθνικιστικό- επεκτατικό αγώνα των Μακεδόνων Ελλήνων σημαντική ήταν η παρουσία και η συμβολή των Ιεραρχών της Μακεδονικής γης, που ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και οι οποίοι αγωνίστηκαν για να διατηρηθεί και να εδραιωθεί η ελληνική συνείδηση, ως γλώσσα, ιστορία και πολιτισμός. Η στάση αυτή επιβεβαιώνεται με την αφοσίωση ολόκληρου του ελληνοβλαχικού στοιχείου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικό της ιδιοπροσωπίας του Μακεδονικού αγώνα ήταν και ο πρωταρχικός και ο ουσιαστικός ρόλος της Εκκλησίας, η οποία δεν συμμετείχε απλά και επιστηρικτικά μόνο στον αγώνα αυτό, αλλά καθοριστικά. Εμψύχωνε, στήριζε και συνέβαλλε στον αγώνα του λαού, γιαυτό και απετέλεσε την τροφό του Γένους των Ελλήνων Μακεδόνων και ολόκληρου του αγώνα τους.

   Η Εκκλησία, ως πρωτεργάτης, στον αγώνα για την Μακεδονική γη προσέφερε αγωνιστές κληρικούς όλων των βαθμών, αρχιερείς, πρεσβυτέρους, διακόνους και μοναχούς. Έδωσε χρήματα και κάθε πολύτιμο είδος και αγαθό για την οικονομική στήριξη και ενίσχυση του αγώνα. Πρωταγωνίστησε, ώστε να διασωθεί η ελληνική γλώσσα και η παιδεία διά μέσου των σχολείων, τα οποία λειτουργούσαν υπό την εποπτεία Της και την οικονομική στήριξή Της, και με τα οποία διετήρησε αναλλοίωτα τα ήθη, τα έθιμα και τις τοπικές χριστιανικές παραδόσεις, επειδή θεωρούσε, και συνεχίζει να θεωρεί, ότι αυτά αποτελούν δομικά στοιχεία της ιδιοπροσωπίας του Ελληνισμού, επιβεβαιώνοντας ότι η βάση συγκρότησης της ελληνικής ταυτότητας στο λαό μας είναι πρώτιστα η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στο  Έθνος και στη  Χριστιανική πίστη.

   Η παρατήρηση αυτή εκφράζει μία ακόμη αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι ο Ελληνισμός και η Εκκλησία συμπορεύτηκαν και στον Μακεδονικό αγώνα και οδήγησαν μαζί στην αναγέννηση σύσσωμου του Γένους των Ελλήνων. Κράτησαν καθόλη την περίοδο ζωντανή την ελπίδα για ελευθερία και προσέδωσαν δυναμικότητα στον αγώνα.

3, Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε μια σκληρή και, κατά περιόδους, βίαιη ένοπλη σύγκρουση. Ωστόσο, στη μελέτη σας δίνετε ιδιαίτερη έμφαση στο «ήθος» των Ελλήνων Μακεδόνων αγωνιστών. Πώς μπορεί να γίνει κατανοητή η σχέση ανάμεσα στη χριστιανική ηθική της αγάπης και της συγχώρεσης και στην ανάγκη υπεράσπισης της πατρίδας, της ελευθερίας και της πίστης μέσω του ένοπλου αγώνα, σε μια τόσο σκοτεινή ιστορική περίοδο;

    Με τη συμμετοχή Της η Ορθόδοξη Εκκλησία στον Μακεδονικό αγώνα, όπως και σε οποιοδήποτε άλλον αγώνα ενστάλαζε στην ψυχή και διαμόρφωνε στο ήθος των αγωνιστών ότι η αξία του γνήσιου, ανόθευτου και απαραχάρακτου πατριωτισμού εκφράζεται πρώτιστα ως αγάπη και θυσία για την Πατρίδα αλλά και ως σεβασμός στα δικαιώματα των άλλων λαών. Η Εκκλησία μεταλαμπαδεύει αυτήν την αξία ως πατριωτικό ήθος δηλαδή, ως αγάπη προς όλους τους άλλους, αφού λαοί που αγαπούν και σέβονται όλους τους άλλους λαούς και τα έθνη ξέρουν να αγαπούν και να πεθαίνουν για την Πατρίδα τους. Ο σεβασμός προς τον άλλο σημαίνει αποδοχή των γεωγραφικών, εδαφικών και συνοριακών ορίων και όχι διεκδίκηση ή επεκτατισμό. Η θυσία για τους άλλους δεν είναι παραλογισμός, έχει την δική της λογική, την λογική της καταξίωσης της ελευθερίας ως συλλογικής έκφρασης και όχι ως ατομικού επιτεύγματος ή δικαιώματος Αυτό σημαίνει γνήσιος Πατριωτισμός. Όχι μίσος, ούτε αντιπαράθεση ή διεκδίκηση δικαιωμάτων άλλων, αλλά σεβασμός, αποδοχή και ανεκτικότητα προς τους άλλους και υπεράσπιση των δικών μας δικαίων εδαφικών και πολιτιστικών. Ο γνήσιος αυτός Πατριωτισμός εκφράστηκε από τους Έλληνες Μακεδονομάχους, ως εθνικό φιλότιμο και λεβεντιά, δύο έννοιες ελληνικές, οι οποίες παραμένουν δυσμετάφραστες στις άλλες Ευρωπαικές γλώσσες.

   Για τους λόγους αυτούς η έννοια της Πατρίδας, στους Έλληνες διαχρονικά, δεν εκφράζει στη συνείδηση του λαού μας, τίποτε το εθνικιστικό αλλά το αυθεντικό και γνήσιο εθνικό, στοιχείο το οποίο διαμορφώθηκε μέσα σε ένα πνευματικό, εκκλησιαστικό και πολιτισμικό περιβάλλον, όπου ο  αγώνας για Ελευθερία και αξιοπρέπεια του λαού αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του ήθους και της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων Μακεδόνων στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Είναι αυτό το οποίο περιγράφεται ως «λαϊκό γνώρισμα».  Υπ’ αυτή την έννοια η Πατρίδα για τον Έλληνα αποκτά όχι μόνο εθνικό περιεχόμενο αλλά και «θρησκευτικό χαρακτήρα», και γίνεται Ιερή, γιατί είναι συνυφασμένη με την ίδια την  υπόστασή του ως έκφραση του περιεχομένου της Πίστης του. Στον Μακεδονικό αγώνα, κλήρος και λαός, δεν θυσιάστηκαν για την απόκτηση κάποιων ατομικών αγαθών ή για την δημιουργία ενός κράτους δυτικού τύπου του 19ου ή του 20ου αιώνα. Προσέβλεπαν μόνο στην απελευθέρωση και στην αποτίναξη κάθε ζυγού που προσέβαλλε την εθνική αξιοπρέπεια και την μοναδικότητα του ανθρωπίνου προσώπου, όπως αυτή διατηρήθηκε και βιώθηκε εμπειρικά μέσα στον κοινοτικό τρόπο ζωής με κέντρο την εκκλησιαστική κοινότητα και την ενορία, το κύτταρο της πνευματικής και κοινωνικής ζωής των Ορθοδόξων.

  1. Η μελέτη σας αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Πέρα από τις γνωστές και σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ποια ήταν η πνευματική και κοινωνική προσφορά απλών κληρικών, δασκάλων και τοπικών κοινωνιών που, με τις πράξεις και τις θυσίες τους, συνέβαλαν στη διατήρηση της ιστορικής και εθνικής συνείδησης της Μακεδονίας;

   Ο Μακεδονικός αγώνας είναι μια ιστορία διαφορετική ως προς τα γενεσιουργά αίτια, και διαφορετικών  προσεγγίσεων, ως προς τα πρόσωπα και τους πρωταγωνιστές της εποχής, γι΄ αυτό και η καταγραφή τους, η οποία επιδιώκεται μέσα από την προβολή μιάς ιδεολογικής ερμηνείας των γεγονότων και των προσώπων, διατυπώνει μία άλλου είδους μονομερή ερμηνευτική προσέγγιση. Είναι μία μονόπλευρη  προσέγγιση των γεγονότων, με αποκλειστικό σκοπό διαμόρφωσης μιάς άλλης ταξικής ταυτότητας. Η απομύθευση προσώπων και γεγονότων, προβάλλει δευτερεύοντα ιστορικά στοιχεία ως πρωτεύοντα, τα οποία όμως ουδεμία ουσιαστική σημασία έχουν στην λειτουργία του ιστορικού γίγνεσθαι γιατί δεν αποδίδουν την πραγματικότητα του «συνειδότος».

   Η προσπάθεια αυτή δεν αποτελεί Ιστορία, είναι μία ιστορικογραφική προσπάθεια ερμηνείας γεγονότων, εξελίξεων, με παραμορφωτικού τύπου πολλές φορές προσέγγισης και ερμηνείας, μιάς άλλης ιδεολογίας ή και μιάς άλλης μεθοδολογίας. Δεν είναι Ιστορία, γιατί Ιστορία είναι αυτό που προέρχεται, καταγράφεται και διασώζεται μέσα αλλά και διά μέσου της διαχρονικής συνείδησης του Έθνους. Επίσης ό,τι διατυπώνεται και διδάσκεται μέσα από τα ουσιαστικά εκείνα στοιχεία, τα οποία σχετίζονται και αφορούν, όχι την ιδιωτική ή προσωπική ζωή των προσώπων ή των πρωταγωνιστών των γεγονότων, αλλά κυρίως στο ρόλο τους και τη συμβολή τους στην πραγμάτωση των ιστορικών γεγονότων. 

   Ποτέ η Ιστορία δεν γράφτηκε με κριτήρια ιδεολογικά και ποτέ ένα Έθνος δεν διέσωσε συνειδησιακά την Ιστορία του με ταξικά πρότυπα κάποιας συγκεκριμένης ομάδας ή ιδεολογίας Αυτό που μετρά είναι ο σκοπός και το αποτέλεσμα του ιστορικού γεγονότος, αυτό που διασώζεται είναι αυτό καθαυτό το γεγονός συνειδησιακά το είναι και το γίγνεσθαι. Καταγράφεται και όχι απλά και μόνο το φαίνεσθαι σε αναφορά προς την εξέλιξη των γεγονότων.

   Εάν τα πράγματα στην συνείδηση του Έθνους δεν ήταν σταθερά, τότε πρέπει να ξαναγράψουμε την Ιστορία μας και για τα γεγονότα του 1821, 1912-1913, 1922. Κάθε Έθνος, το οποίο προσπαθεί να ξαναγράψει την Ιστορία του, αδιαφορώντας για την συνειδησιακή του ερμηνεία από τον ίδιο τον λαό του, ως συλλογική ερμηνεία, τότε αλλοτριώνει ουσιαστικά και την ταυτότητά του. Οι περισσότεροι κληρικοί και πνευματικοί άνθρωποι, κατά την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα,  προσέφεραν όχι μόνο πνευματική και κοινωνική αρωγή στους αγωνιζομένους Μακεδονομάχους, όπως εξάλλου είναι αυτονόητο για κάθε Έλληνα και Χριστιανό, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό θυσίασαν υπέρ των πολλών, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον Μητροπολίτη Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης, τον Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανό Λαζαρίδη και εκατοντάδες άλλους κληρικούς.

  1. Στον σύγχρονο κόσμο, η ιστορία συχνά ερμηνεύεται μέσα από διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές οπτικές γωνίες. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες παρανοήσεις που εντοπίζονται σήμερα στις συζητήσεις γύρω από το Μακεδονικό Ζήτημα και πώς μπορεί η ιστορική και επιστημονική έρευνα να συμβάλει σε μια πιο αντικειμενική και καλά τεκμηριωμένη κατανόηση του παρελθόντος;

   Στην σύγχρονη πραγματικότητα, εξαιτίας οικονομικών σκοπιμοτήτων αλλά και γεωπολιτικών ισορροπιών η Ιστορία πολλές φορές διαβάζεται και ερμηνεύεται με τους παραμορφωτικούς φακούς της ιδιοτέλειας, προβάλλονταν ένα άλλο περιεχόμενο με διάφορες ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις.

Με τις κατευθύνσεις αυτές επιδιώκεται η αλλοίωση της πραγματικής Ιστορίας με νέα στοιχεία πολιτισμού, όπως γλώσσα, παιδεία, θρησκεία και τέχνη, τα οποία προβάλλονται ως «παλαιά», με σκοπό να εδραιώσουν και να θεμελιώσουν αποδεικτικά την κάθε ιστορική ανακολουθία. Το επιβεβαίωσε αυτό η λεγομένη Συνθήκη των Πρεσπών, στην οποία η κατεξοχήν αρχή της erga omnes δεν μπορεί να εφαρμοστεί, γιατί το ίδιο το ιστορικό παρελθόν την έχει προδώσει και ακυρώσει.

   Η αντικειμενική και τεκμηριωμένη ερμηνευτική προσέγγιση της ιστορίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε το όνομα Μακεδονία ούτε τα παράγωγά του, τόσο πολιτικά όσο και εκκλησιαστικά. Μπορεί όμως στην νέα αυτή κρατική οντότητα  να δώσει τη δυνατότητα άλλων ονομάτων, μέσα από τα οποία δεν θα εκφράζεται ούτε θα επιδιώκεται κάποιος αλυτρωτισμός πολιτιστικός και γεωπολιτικός.

   Η επικαιρότητα του Μακεδονικού ζητήματος, τόσο στο πολιτικό όσο και στο εκκλησιαστικό επίπεδο, βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων και επιβεβαιώνει αυτό το οποίο ανέφερα προηγουμένως, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα είναι θέμα αρχών και όχι απλά ιδεολογικών προσανατολισμών. Είναι ζήτημα ακόμη και σήμερα ιστορικό, ταυτοτικό και μάλιστα έκφραση μιάς υγιούς εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Η «αχίλλειος πτέρνα» του δεν είναι απλά και μόνο η χρήση ενός συγκεκριμένου ονόματος αλλά το πως αυτό το όνομα στοιχειοθετείται σε σχέση προς τα λοιπά συστατικά δομικά και ταυτοτικά στοιχεία του συγκεκριμένου έθνους και σε αναφορά πάντοτε προς το πολιτισμικό γεγονός (μνημεία), την γλώσσα, την πίστη και την ιθαγένεια. Αυτά δομούν την ιδιοπροσωπία κάθε έθνους ιστορικά και διαχρονικά και αυτά θα πρέπει να επιβεβαιώνονται τόσο πολιτικά όσο και εκκλησιαστικά. Δεν ξέρω εάν μπορούν να στοιχειοθετηθούν τέτοια στοιχεία ταυτοτικά στο σύγχρονο κράτος των Σκοπίων.

  1. Για έναν νέο που ζει στον εικοστό πρώτο αιώνα, ο Μακεδονικός Αγώνας μπορεί να φαίνεται σαν μια μακρινή ιστορική περίοδος. Κατά την άποψή σας, ποια είναι η βαθύτερη και διαχρονική σημασία αυτού του αγώνα και ποιο μήνυμα μπορεί να προσφέρει στη σημερινή μας γενιά;

   Η εποχή την οποία διερχόμεθα δεν είναι απλά εποχή μεταβατική αλλά επαναστατική σε κάθε διάσταση της ζωής και για να επιβιώσουμε είναι ανάγκη να διδαχθούμε από την ιστορία μας «πως δεί και υπέρ ων δεί» να αγωνιζόμαστε. Παραδειγματιζόμενοι από τον υγιή πατριωτισμό μας, όπως τον περιέγραψα προηγουμένως, πρέπει να διαφυλάξουμε τα πρωτοτόκια της ιδιοπροσωπίας μας και της εθνικής μας ταυτότητας ως στοιχεία μιάς ενιαίας εθνικής Ιστορίας και συγχρόνως να μεταλαμπαδεύσουμε τα πολύτιμα αυτά αγαθά ως στοιχεία του Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού μας στην Ευρώπη των λαών, ώστε τελικά να αποτελέσουν αυτά τα αγαθά την «ψυχή της Ευρώπης» αλλά και σύμπασας της Οικουμένης.

  1. Τονίσατε ότι υπάρχει σήμερα μία σύγχυση του πατριωτισμού με τον εθνικισμό. Πώς μπορεί να γίνει κατανοητή μια υγιής αγάπη για την πατρίδα, την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά κάποιου, τόσο μέσα από την οπτική γωνία της μελέτης του όσο και υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης θεολογίας και Εκκλησίας, χωρίς να μετατραπεί σε μίσος, μισαλλοδοξία ή αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στον «άλλο»;

   Η Εκκλησία εκ της φύσεώς Της είναι κοινωνία, και εκ της διδασκαλίας της προσωποκεντρική, ως προς την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φυλετικής, κοινωνικής, ιδεολογικής και οποιασδήποτε άλλης διάκρισης, Δεν προσφέρει μόνον την αγαπητική διακονία Της προς όλους αδιακρίτως, αλλά συγχρόνως αποτελεί και τον καλύτερο παιδαγωγό για αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη και καταλλαγή και αυτή είναι η προσφορά στις σύγχρονες κοινωνίες κάθε διαλόγου μεταξύ των Θρησκειών και των Εκκλησιών. Ο ρόλος της είναι να συμβάλλει στην άρση των εκατέρωθεν αρνητικών προκατάλήψεων και στερεοτύπων, στην πρόληψη κοινωνικών διενέξεων και στην ανακοπή των εκατέρωθεν παρατηρουμένων τάσεων αναπτύξεως φυλετισμού και εθνικισμού. Επίσης στην Ορθόδοξη  Εκκλησία δεν υπάρχει ο αυτοπροσδιορισμός αλλά ο ετεροπροσδορισμός. Υπάρχει συλλογική κατάφαση και σεβασμός στην ελευθερία του άλλου. Δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα και ατομική ελευθερία του αυτοκαθορισμού η του αυτοπροσδιορισμού. Δεν υπάρχει δικαίωμα αυτοδιάθεσης ακόμη και για την ίδια τη ζωή ή και προς  τον θάνατο.

   Δεν νοείται λοιπόν καμμία έννοια δικαιώματος έξω από την σχέση του ανθρώπου, προς τον άλλον και προς την φύση ακόμη, άλλως το κάθε μορφής δικαίωμα γίνεται απάνθρωπο και απομακρύνεται από την αλήθεια, γιατί λειτουργεί ως μέσον περιχαράκωσης και οριοθέτησης της ζωής έξω από την ελευθερία και την αγάπη, μακριά δηλαδή από αυτό που χαρακτηρίζει τον σεβασμό προς την ετερότητα ενώ κινδυνεύει η ελευθερία να εκφυλιστεί σε ασυδοσία.

  1. Καθώς ολοκληρώνατε τη μελέτη σας για τον Μακεδονικό Αγώνα και τους Έλληνες Μακεδονομάχους, υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ιστορική λεπτομέρεια, επιστολή, μαρτυρία ή ανθρώπινη ιστορία που σας συγκίνησε ιδιαίτερα βαθιά και σας άγγιξε προσωπικά — όχι μόνο ως ερευνητή και μελετητή της ιστορίας, αλλά και ως Επίσκοπο;

   Οι Έλληνες αγωνιστές της Μακεδονικής γης ήξεραν ότι πολεμούν ως μικροί και λίγοι έναντι των πολλών και ισχυρών, πολέμησαν όμως όλοι μαζί με αυτοθυσία και ηρωισμό, διεκδίκησαν το δίκαιο και υπερασπίστηκαν την αξιοπρέπεια και την ελληνικότητά τους, συνυφασμένη πάντοτε με την ελπίδα για προσωπική ελευθερία και για ελευθερία της Πατρίδας στην βάση της βεβαιότητας για την αλήθεια της Πίστης τους στον Χριστό.

   Διαβάζοντας όλες τις βιβλιογραφικές αναφορές, ακόμη και τις διηγηματογραφίες, που αναφέρονται στην πορεία του Μακεδονικού αγώνα από την έναρξή του έως και την ολοκλήρωσή του, διαβλέπει ο αντικειμενικός μελετητής μια διήκουσα γραμμή αμετακίνητα, ότι οι αγωνιστές και πολεμιστές δεν αποδέχθηκαν, ούτε κατ’ ελάχιστον, να εξυπηρετήσουν καμμία σκοπιμότητα, η οποία θα τους οδηγούσε σε παρέκλιση από τον αρχικό τους σκοπό, την απελευθέρωση των καταπατηθέντων εδαφών της ελληνικής γής, και γιαυτό θυσιάστηκαν.