Ομιλία Σεβασμιωτάτου
«Τετρακτύν τήν ὑπέρτιμον τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς καί ᾄσμασιν ἑορτάζοντες, τόν Μανουήλ καί Νικόλαον, Γεώργιον ἅμα τε καί τόν θεῖον Ἀγγελῆ, τούς στερρῶς ἐναθλήσαντες».
Μαρτυρική πανήγυρη ἑόρτασε σήμερα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, τιμώντας τή μνήμη τοῦ γενναίου ἀθλητοῦ καί μαθητοῦ τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Νέστορος. Καί ἐάν πρίν ἀπό 17 περίπου αἰῶνες ὁ νεαρός Νέστορας εἶχε τολμήσει νά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Λυαίου, πού ἀπολάμβανε τήν εὔνοια τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ καί νά ἐπικαλεσθεῖ τόν Θεό τοῦ διδασκάλου του Δημητρίου, διακηρύσσοντας μέ τόν τρόπο αὐτό τή χριστιανική του ταυτότητα καί τήν πίστη του στόν ἀληθινό Θεό, «ἡ ὑπέρτιμος τετρακτύς τῶν μαρτύρων», τήν ὁποία μᾶς ἐκάλεσε πρό ὀλίγου ὁ ἱερός ὑμνογράφος νά τιμήσουμε «ἐν ᾠδαῖς καί ᾅσμασιν», ἀκολούθησε θαρραλέα τά ἴχνη του καί ὁμολόγησαν μέ παρρησία ἐνώπιον τοῦ Μεχμέτ πασᾶ τοῦ Ρεθύμνου: «Ἐμεῖς Χριστιανοί γεννηθήκαμε καί Χριστιανοί θά μείνουμε μέχρι θανάτου».
Καί ἐάν οἱ ἀλλόθρησκοι κατακτητές δέν μπόρεσαν τότε νά τούς νικήσουν στό πεδίο τῆς μάχης, πίστευσαν, συλλαμβάνοντας τους, ὅταν μέ τή βοήθεια τῶν αἰγυπτιακῶν στρατευμάτων κατεστάλη ἡ ἐπανάσταση στήν Κρήτη, ὅτι θά μποροῦσαν νά τούς πείσουν νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους.
Στήν ἀρχή χρησιμοποίησαν τίς ὑποσχέσεις καί στή συνέχεια τίς ἀπειλές, τή φυλακή, τά φοβερά βασανιστήρια. Οἱ τέσσερις ὅμως ὁμολογητές παρέμειναν ἀκλόνητοι στήν πίστη, ἀκλόνητοι στήν ὁμολογία τους, ἀκλόνητοι στήν ἐπιλογή τους.
Συγγενεῖς κατά σάρκα, αἰσθανόταν ἤδη «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ», καί πίστευαν ἀκράδαντα μαζί μέ τόν πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο Παῦλο «ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς».
Ἀντίθετα, θεωροῦσαν «τά πάντα σκύβαλα εἶναι», προκειμένου νά κερδίσουν τόν Χριστό, καί εἶχαν τήν ἀπόλυτη βεβαιότητα «οὔτε θάνατος … οὔτε ἀρχαί … οὔτε κτίσις ἑτέρα δυνήσεται αὐτούς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ».
Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει τά θαύματα πού ἐπιτελεῖ ὁ Θεός διά τῶν ἁγίων του, ἀποδεικνύοντας μέ τόν τρόπο αὐτό ὅτι δέν ὑπάρχουν νεκρά σώματα ἤ ἄψυχα ἀντικείμενα διά τῶν ὁποίων δέν μπορεῖ νά ἐνεργήσει ἡ χάρη του πρός ἴαση καί σωτηρία τῶν πιστευόντων;
Μπορεῖ βέβαια κάποιοι νά τά ἀμφισβητοῦν, μπορεῖ κάποιοι νά ἀμφιβάλλουν ὅτι στίς ἡμέρες μας, στίς ὁποῖες φαίνεται νά κυριαρχεῖ προοδευτικά ὁ ψηφιακός κόσμος καί ἡ τεχνητή νοημοσύνη, εἶναι δυνατόν νά γίνονται θαύματα. Ὅλοι ὅμως αὐτοί ἑκούσια ἤ ἀκούσια πλανῶνται, καί ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα παραπλανοῦν καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦν. Διότι, γιά ἐμᾶς πού πιστεύουμε στόν Χριστό, γιά ἐμᾶς πού πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», τά θαύματα εἶναι μία ὁρατή πραγματικότητα καί εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς παρουσίας καί τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαιώνει μέ αὐτά τήν ὑπόσχεσή του ὅτι «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω».
Καί αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν χαριτόβρυτη καί ἱστορική εἰκόνα τῆς Παναγίας Σουμελᾶ, πού συνεορτάζει αὐτές τίς ἡμέρες μαζί σας τή μνήμη τῶν ἁγίων τεσσάρων μαρτύρων τῶν ἐν Ρεθύμνῳ μαρτυρησάντων.
Τά θαύματά της ἀναρίθμητα. Ὄχι μόνο στό παρελθόν, ὅταν εὑρισκόταν στήν παλαίφατη Ἱερά Μονή τοῦ Πόντου, ἀλλά καί σήμερα πού φυλάσσεται στό νέο κατοικητήριό της, ἀπό ὅπου τή μεταφέραμε στήν πόλη σας καί στόν ἱερό αὐτό καί πανηγυρίζοντα ναό, ἀνταποκρινόμενοι στή φιλόφρονα καί εὐλαβῆ πρόσκληση τοῦ Ποιμενάρχου σας, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ. Προδρόμου, γιά νά λάβετε καί ἐσεῖς τή χάρη καί τήν εὐλογία της.
Γιατί θαύματα γίνονται καί θά γίνονται μέ τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, σέ ὅσους θέλουν νά τά δοῦν καί νά τά πιστεύσουν. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά τά ζητοῦμε μέ πίστη καί ἀνοικτή καρδιά, ὅπως τά ζητοῦσαν καί τά ζοῦσαν οἱ πατέρες μας. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά τά δεχόμεθα μέ ταπείνωση καί ἐμπιστοσύνη. Καί τότε θά τά βλέπουμε νά πραγματοποιοῦνται στή ζωή τους καί θά αἰσθανόμεθα τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας μας, τήν ὁποία εὔχομαι ταπεινά νά συνοδεύει τή ζωή ὅλων μας διά πρεσβειῶν τῶν ἁγίων τεσσάρων μαρτύρων, τούς ὁποίους τιμήσαμε ἀπόψε.




