Ἡ φετινή 25η Μαρτίου, φορτισμένη ἀπό γενναιόδωρες ἀναμνήσεις, μᾶς ἔφερε καί πάλι ἐν τῷ μέσῳ δύο εὐαγγελισμῶν: ἐκείνου τῆς πρώτης-πρώτης ἐκκλησιαστικῆς μας ἑορτῆς (κυριολεκτούμενος) καί συνάμα τῆς πρώτης-πρώτης νεοελληνικῆς ἐθνικῆς μας ἐπετείου (ἀντιστοιχούμενος).
Βεβαίως, δέν εἶναι “συναρίθμιοι”. Ἡ σωτηριολογική ἐσχατολογία (ἐγκαινιασμένη ἐνιστορικά μέ τόν εὐαγγελισμό τῆς Παναγίας μας) εἶναι ἄλλης διαστάσεως καί ἀφορᾶ σέ ὅλον τόν κόσμο. Ἡ ἐθνική ἐνιστορία (ἐμβαπτισμένη στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας) ἀπό τό γεγονός τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας ἀντλοῦσε ἀναλογικά τίς ἐλπίδες (καί τελικά τίς βεβαιότητες) τῆς ἐθνικῆς ἀπολύτρωσης ἀπό τή δουλεία. Οἱ δέ κήρυκες τῆς ἱστορικῆς ἐπιβίωσης τῆς Ρωμηοσύνης (καί ἔκτοτε μέχρι τούς νεότερους χρόνους οἱ ὁμιλητές τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς) δέν ἔπαυαν νά χρησιμοποιοῦν ἀναλογικά την ”σημαντική” τοῦ χριστολογικοῦ ἑορτασμοῦ καί γιά τόν ἐθνικό ἀναλογικῶς ἑορτασμό.
η συνέχεια: Εδώ